Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2014

Η Nεοφιλελεύθερη Ρητορική Tου Aντικρατισμού



« Εξήντα χιλιάδες επαναλήψεις κάνουν την αλήθεια» Ά. Χάξλει.




Η αντικρατιστική ρητορική της πολιτικής και επιχειρηματικής ελίτ μοιάζει να προέρχεται από τα κείμενα των Μπακούνιν και Κροπότκιν. Στόχος της, η αποτύπωση στο κοινωνικό φαντασιακό μιας εικονικής αμφισβήτησης του συστήματος εξουσίας. Αντίθετα όμως από τη ρητορική, ο αντικρατισμός καταφέρεται ενάντια στο κοινωνικό και δημοκρατικό κράτος, τα εργασιακά δικαιώματα και τη δημόσια σφαίρα, ενισχύοντας τον αυταρχικό κρατικό πυρήνα.

Με το ξεκίνημα της οικονομικής κρίσης η ΕΕ άδραξε την ευκαιρία ώστε να προβεί σε εκτεταμένη αλλαγή του πολιτικοοικονομικού μοντέλου της: «μεταρρυθμίσεις, δημοσιονομική εξυγίανση, ανάπτυξη και ασφάλεια», στο εθνικό επίπεδο και γενικευμένη λιτότητα για την Ευρώπη, είναι οι άξονες της επίθεσης ενάντια στο δημοκρατικό, το σοσιαλδημοκρατικό κράτος πρόνοιας και την εργασία.

Σε αυτή την επίθεση πρωτοστατεί η «BusinessEurope»- το μεγάλο συνδικάτο των επιχειρηματιών-που ασκεί την μεγαλύτερη επιρροή στους γραφειοκράτες των Βρυξελών και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, θέτοντας την ατζέντα των πολιτικών για την νέα οικονομική διακυβέρνηση.



Ψευδώνυμος Αντικρατισμός



• «Ο αντικρατισμός σε συνδυασμό με την κοινωνική λογοδοσία αποτελούν σήμερα πεδίο εξέλιξης της ιδεολογίας των ευρωπαίων σοσιαλιστών», Μ. Δαμανάκη.

• «Σας λέω ότι είμαι αντικρατικιστής». Γ. Παπανδρέου.


• «….πήγαν στο ΣΥΡΙΖΑ προκειμένου να συνεχίσουν την συνηθισμένη τακτική του κρατισμού, του συντεχνιασμού και της απομύζησης της οικονομικής λειτουργίας του κράτους», Ε. Βενιζέλος.

• «Η Ελλάδα….τυπικά βρίσκονταν στο χώρο των ελεύθερων οικονομιών, ενώ στην πραγματικότητα ήταν βαθύτατα ποτισμένη με κρατισμό…..Κάποιοι είχαν πει ότι η Ελλάδα ήταν η τελευταία «σοβιετική οικονομία». Α. Σαμαράς.


• «Έτσι κι εδώ, κάποιοι πολεμούσαν την επιχειρηματικότητα, τις επενδύσεις, τις αποκρατικοποιήσεις, την ανταγωνιστικότητα, νομίζοντας ότι πολεμούν για τα ιδανικά του κρατισμού». Α. Σαμαράς.

Αν όλα αυτά τα αποσπάσματα δημιουργούν σύγχυση , ο πρόεδρος του ΣΕΒ (ο ΣΕΒ είναι μέλος της «BusinessEurope») βάζει τα πράγματα στη θέση τους:

«Είναι φενάκη να ελπίζουμε ότι το κράτος, μπορεί να προσφέρει ανάπτυξη. Η ανάπτυξη…μπορεί να προέλθει μόνο απ' την ιδιωτική πρωτοβουλία ….»,

ενώ ο πρώην υφυπουργός Χ. Παμπούκης διευκρινίζει τα πράγματα:

« Καταγγέλλουμε το Κράτος και εννοούμε τον κρατισμό. Αυτό που είναι κρίσιμο, είναι, συνεπώς, να διαχωρίσουμε τον κρατισμό από το Κράτος και να πούμε όχι στον κρατισμό και ναι στην αναμόρφωση του Κράτους….»

Η αντικρατιστική ρητορική αντλώντας από το αναρχικό λεξιλόγιο την λέξη αντικρατισμός-αντί του φιλελεύθερου «λιγότερο κράτος»-, επιτρέπει την κατηγοριοποίηση των υποστηρικτών του κοινωνικού κράτους ως κρατιστών, και των νεοφιλελεύθερων ως ελευθεριακών.

Χαρακτηριστική περίπτωση εννοιολογικής σύγχυσης αποτελεί άρθρο της Washington post, με το τίτλο: «In Greece, austerity kindles deep discontent», όπου αναφέρεται ότι «ακόμη και οι έλληνες αναρχικοί είναι κρατιστές» , γιατί αντιδρούν στην κατάργηση του κοινωνικού κράτους.

Με αυτή τη χρήση των λέξεων και των εννοιών, η νεοφιλελεύθερη απορρύθμιση αποκτά την αίγλη μιας επανάστασης ή μεταρρύθμισης, παρά το γεγονός ότι συνιστά παλινόρθωση του πολιτικού και οικονομικού φιλελευθερισμού του 19ου αιώνα.


Η τελευταία «Σοβιετική Οικονομία» και ο «Λενινιστής» Κ. Καραμανλής.


Το πιο «ανόητο» σλόγκαν της νεοφιλελεύθερης προπαγάνδας, προκειμένου να κατασκευαστεί κοινωνική συναίνεση ως προς την αντικοινωνική πολιτική, και να προκληθεί ακροδεξιά συσπείρωση στο κόμμα της ΝΔ είναι ο χαρακτηρισμός της μεταπολιτευτικής εθνικής οικονομίας ως «Σοβιετικής»- όταν η Ελλάδα από το 1991, μαζί με τη Πορτογαλία, βρίσκεται στη πρώτη θέση των ιδιωτικοποιήσεων στην Ευρώπη.

Εντούτοις, το σλόγκαν δεν είναι τόσο ανόητο όσο φαντάζει: πρόθεση του νεοφιλελεύθερου προσωπικού είναι η επίτευξη κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας για την αναθεώρηση του άρθρου 106 του συντάγματος- εφόσον καθιστά τον κρατισμό συνταγματικά κατοχυρωμένο, αλλά και τον υποτιθέμενο «αντικρατισμό», αντισυνταγματικό!

Τι λέει το άρθρο 106 στις παραγράφους 1 και 2:

'Αρθρο 106: (Κράτος και εθνική οικονομία)

1. Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Kράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Xώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας. Λαμβάνει τα επιβαλλόμενα μέτρα για την αξιοποίηση των πηγών του εθνικού πλούτου, από την ατμόσφαιρα και τα υπόγεια ή υποθαλάσσια κοιτάσματα, για την προώθηση της περιφερειακής ανάπτυξης και την προαγωγή ιδίως της οικονομίας των ορεινών, νησιωτικών και παραμεθόριων περιοχών.

2. H ιδιωτική οικονομική πρωτοβουλία δεν επιτρέπεται να αναπτύσσεται σε βάρος της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ή προς βλάβη της εθνικής οικονομίας».

Οι αναθεωρήσεις του 1986, 2001 και 2008 άφησαν άθικτο το άρθρο 106 που εξέφραζε διαχρονικά τη σχέση κράτους και οικονομίας με ομόφωνη γνώμη των πολιτικών κομμάτων, ενώ εισηγητής του άρθρου φέρεται ο Κ. Καραμανλής, στον οποίον αποδόθηκαν αιτιάσεις για σοσιαλμανία.

Γνωστός φιλελεύθερος σχολιάζει:

«Το άρθρο 106 του Συντάγματος το εφεύρε και κατασκεύασε κατά την μεταπολίτευση ο Κωνσταντίνος Καραμανλής (ο επιλεγόμενος και «Εθνάρχης») σε εποχή που ο «σοσιαλισμός» αποτελούσε μόδα. Πρόθεσή του ήταν η σειρά από κρατικοποιήσεις στις οποίες προέβη για δημαγωγικούς λόγους αμέσως μετά την ανάληψη της εξουσίας το 1975, με κύριο στόχαστρο τον Ανδρεάδη, τον Νιάρχο και άλλους δημιουργούς μεγάλων επιχειρήσεων διεθνούς κύρους. Όπως εξομολογήθηκε τότε στον συμπαραστάτη του Γεώργιο Μαύρο, πολιτικός σκοπός του ήταν «να προλάβουμε τον Ανδρέα»!

Οι νεοφιλελεύθεροι γίνονται ακόμα πιο αιχμηροί, με την καταγγελία του άρθρου 106 ως λενινιστικού, αποδίδοντας «λενινισμό» στον Κ. Καραμανλή, ενώ, με πιο ήπιο τρόπο, ο πρόεδρος της ΝΔ, σε ομιλία του στον Economist, θα του αποδώσει την κατηγορία του κρατιστή.

(Η απορία που γεννιέται είναι γιατί η ελληνική κυβέρνηση δεν καταγγέλλει για σοσιαλμανία και λενινισμό τον Μπάρακ Ομπάμα, αφού κι αυτός ακολουθεί τα βήματα του Καραμανλή, κατασκευάζοντας μια «Σοβιετική οικονομία» στο κέντρο του καπιταλισμού!).


Κρατισμός και αντικρατισμός αλά Ελληνικά


Αντίθετα από το ψευδεπίγραφο αντικρατιστικό μένος των πρώην ελλήνων κρατιστών, οι αμερικάνοι δημοκρατικοί δεν φαίνεται να ενστερνίζονται την ευρωπαϊκή νεοφιλελεύθερη ρητορική. Οι συντηρητικοί για παράδειγμα, πιστεύουν ότι:

« Η θεωρία που έχει ο Ομπάμα για την επιχειρηματικότητα είναι ότι πίσω από κάθε επιτυχημένο επιχειρηματία, υπάρχει μια επιτυχημένη κυβέρνηση. Οι ιδιώτες είναι ανήμποροι χωρίς το κράτος, τον μεγάλο προστάτη, αρχιτέκτονα και καινοτόμο. Τα πάντα είναι τελικά μια συλλογική επιχείρηση. Η ατομική πρωτοβουλία είναι μόνο ένα επιμέρους στοιχείο της συλλογικής προσπάθειας».

Ο πρώην πρόεδρος Κλίντον, σε ένα απολογητικό άρθρο του στην Le Monde αναφέρει:

«Στην εσωτερική εκλογική μας αντιπαράθεση, η αντικρατική εμμονή αποδεικνυόταν πάντοτε αποτελεσματική. Αλλά τις αποτυχίες στις οποίες μας οδήγησε όσον αφορά την πολιτική μας δράση τις βλέπουμε ανάγλυφες… Το αντικρατικό παράδειγμα μας τυφλώνει ως προς τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται εκτός αυτού του ιδεοληπτικού πλαισίου… χρειάζεται να ξεμπερδεύουμε με τις ιδεοληπτικές αντικρατικές μας παρωπίδες και να επικεντρωθούμε στο ρόλο που θέλουμε να παίζει το κράτος στην ανανέωση της Αμερικής…”

Αμφισβητώντας τις αντικρατιστικές ιδεοληψίες, τις οποίες υπηρέτησαν στο παρελθόν, οι αμερικάνοι δημοκρατικοί αποκαθιστούν τις έννοιες:

φιλελευθερισμός, καπιταλισμός και κράτος είναι αδιαχώριστα. Ακόμη και ο Bush κατά την κρίση του 2007, αφήνοντας στην άκρη τις νεοφιλελεύθερες κορώνες, επιδόθηκε σε εκτεταμένες εθνικοποιήσεις και παρεμβάσεις. Το αμερικανικό θαύμα χτίστηκε από το κράτος και αποτελεί φενάκη ότι είναι δυνατή η κυριαρχία των πολυεθνικών και των χρηματαγορών χωρίς το software του κράτους. Άλλωστε, ο υποτιθέμενος κρατισμός του κεϋνσιανισμού που αντιδιαστέλλεται προς την ελεύθερη αγορά, δεν αποτελεί παρά ένα μοντέλο καπιταλιστικής συσσώρευσης, με βάση το οποίο συντελέστηκε η μεταπολεμική ανάπτυξη.

Βασιλικότεροι του Βασιλέως οι έλληνες πρώην κρατιστές προπαγανδίζουν την φαντασίωση της ελεύθερης αγοράς, αξιοποιώντας ταυτόχρονα όλη τη γκάμα του κρατικού νομοθετικού οπλοστάσιου.

Όμως η νεοφιλελεύθερη απορρύθμιση και οι ιδιωτικοποιήσεις παραβιάζουν ακόμη και τις «ορθόδοξες» νεοφιλελεύθερες συνταγές, με τον ίδιο τρόπο που και ο «κρατισμός» της μεταπολίτευσης, δεν υπήρξε παρά μια καρικατούρα κρατισμού: το κράτος-ιδιοκτησία μερικών διαχρονικά κατεχόντων την εξουσία οικογενειών- βρισκόταν σε τέτοιο συμφυρμό με τα ιδιωτικά μονοπώλια, ώστε το μίγμα ολιγαρχισμού, κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού και ευρωπαϊκού νεοφιλελευθερισμού να παραγάγει ένα μοναδικό οικονομικό μόρφωμα.

Ο αντικρατισμός αλά ελληνικά εμπεριέχει όλο αυτό το πρόσφατο παρελθόν: η ιδιωτικοποίηση του κράτους γίνεται με όρους εμπορικής εκποίησης.

Ο Α. Ανδριανόπουλος ( συνεπής νεοφιλελεύθερος ιδεολόγος), σε άρθρο του αναφορικά με την πώληση της ΔΕΗ και αφού επισημάνει το γεγονός ότι αφενός τα κρατικά μονοπώλια αντικαθίστανται από ιδιωτικά και αφετέρου, ότι παραχωρούνται σε κεφάλαια τα οποία δεν ρισκάρουν σε τίποτα, αφού επενδύουν με φτηνό κόστος και εξασφαλισμένο κέρδος –ακόμη και εξασφαλισμένα δίκτυα πελατών-, αναφωνεί: «Κρατισμός δηλ. και «ελεύθερη» αγορά αλα ελληνικά…».


Αντικρατισμός και Μπίζνα: BusinessEurope

Ο όψιμος αντικρατισμός δεν αφορά κάποια αιφνίδια μεταστροφή των πρώην φιλελεύθερων και σοσιαλδημοκρατών μετά από την όραση του φωτός της ελεύθερης αγοράς.
Αποτελεί την ιδεολογική επικάλυψη των επιδιώξεων της BusinessEurope (Ένωση Βιομηχανικών και Εργοδοτικών Συνδέσμων της Ευρώπης), που πρωτοστατεί στην διαμόρφωση του νέου οικονομικού μοντέλου της ΕΕ.

Ο «αντικρατισμός» δεν είναι απλά ένας ευφημισμός της «ελεύθερης αγοράς» που στρέφεται ενάντια στις κρατικές παρεμβάσεις και ρυθμίσεις στην οικονομία· ενάντια στον υποτιθέμενο κρατισμό. Είναι μέρος των εργαλείων ιδεολογικής κυριαρχίας και απαξίωσης του αντίπαλου, ώστε να συντελεστεί ανώδυνα η περικοπή του κοινωνικού κράτους, η εκποίηση της δημόσιας περιουσίας και υπηρεσιών, η κατάργηση του εργατικού δικαίου για την προστασία της εργασίας και επιπλέον, η υποχώρηση του δημοκρατικού κράτους.

Η απροκάλυπτη εργαλειοποίηση του κράτους για την εξυπηρέτηση των σκοπών της οικονομικής ελίτ, επιφέρει τον μετασχηματισμό του, αποκόβοντας όχι μόνο τα σοσιαλδημοκρατικά περιεχόμενά του, που προστέθηκαν σε αυτό μεταπολεμικά, αλλά και τα δημοκρατικά χαρακτηριστικά που παρεισέφρησαν από την αμφισβήτηση του φιλελεύθερου ολιγαρχισμού, από μέρους της δημοκρατικής παράδοσης.

(Στην ομιλία του στο συνέδριο του Economist, ο πρωθυπουργός αναφέρει: «Απόψε θα σας μιλήσω για τέσσερις λέξεις-κλειδιά που συνοψίζουν όλα όσα έγιναν τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη». Οι τέσσερις λέξεις κλειδιά είναι: μεταρρυθμίσεις, δημοσιονομική εξυγίανση, ανάπτυξη και Ασφάλεια. Στο σκέλος της ασφάλειας αναφέρει: «Φτιάχνουμε φυλακές υψίστης ασφαλείας που έχει κάθε χώρα στην Ευρώπη, σε όποια χώρα και να πάτε, και στην Αμερική….»).

Η BusinessEurope ( με το ξεκίνημα της κρίσης έθεσε στη διάθεση της ΕΕ τo project “Putting Europe Back On Track, European Growth and jobs Strategy post-2010, ), στο οποίο εκθέτει το πώς η πανευρωπαϊκή τάξη των βιομηχάνων φαντάζεται το ξεπέρασμα της οικονομικής κρίσης.

Λίγο αργότερα θα επακολουθήσει το Combining fiscal sustainability and growth: European action plan”.

Η υιοθέτηση των προτάσεων της BusinessEurope προκύπτει από την σύγκριση των συγκεκριμένων projects με το “Europe 2020” που αποτελεί το τελικό πρόγραμμα για τον οικονομικό και κοινωνικό μετασχηματισμό της Ευρώπης, που εγκρίθηκε από την ΕΕ.

Σε γενικές γραμμές, το υπερεθνικό όργανο των επιχειρηματιών εισηγείται την λιτότητα και τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις, ταυτόχρονα με ένα είδος αστυνόμευσης των υπό «μεταρρύθμιση» κρατών, από μέρους των οικονομικών ελίτ.

Οι προτάσεις αφορούν «μεταρρυθμίσεις» για την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών (λιτότητα), την δημοσιονομική πειθαρχία, τις ιδιωτικοποιήσεις, την ενέργεια, το τραπεζικό σύστημα, την παιδεία, την υγεία, το ασφαλιστικό κτλ.,

(Για μια αναλυτική έκθεση των προτάσεων και των πεπραγμένων της BusinessEurope, στο: Corporate Europe Observatory στο άρθρο BusinessEurope and Economic Governance: For austerity, against the welfare state!”.
Αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα-όπως επισημαίνει για άλλους λόγους ο Ανδριανόπουλος-δεν είναι κάποια νεοφιλελεύθερη επίθεση, με την έννοια της ιδεολογικής εμμονής για την πραγμάτωση της φιλελεύθερης ουτοπίας, αλλά μια ανηλεής ταξική επίθεση στην εργασία, τα κοινωνικά δικαιώματα και το κράτος πρόνοιας. Η υπερεθνική ελίτ των επιχειρηματιών στοχεύει σε διάνοιξη νέων πεδίων για ασφαλή κερδοφορία, μέσω της αρπαγής των δημόσιων υπηρεσιών και του ανοίγματος της αγοράς. Αυτό είναι και το περιεχόμενο της περιβόητης ανάπτυξης: μείωση του κόστους εργασίας, εισροών και φορολογίας, ταυτόχρονα με ασφαλή πεδία κερδοφορίας.

Για τα ελληνικά δεδομένα, το πρόγραμμα λιτότητας, εξυγίανσης και εσωτερικής υποτίμησης φαίνεται ότι στέφεται με πλήρη επιτυχία: η συνεχής ύφεση είναι ο επιδιωκόμενος σκοπός, εφόσον ευνοεί την αναδιανομή του πλούτου και την «ανάπτυξη» της κερδοφορίας.

Ο ΣΕΒ, δια της BusinessEurope, φαίνεται ότι έκανε πολύ καλά τη δουλειά του, επαληθεύοντας το χαρακτηρισμό «κρατικοδίαιτος», για τον ελληνικό καπιταλισμό.


Το πρόβλημα θα είναι με τους όψιμους αντικρατιστές πολιτικούς: όταν η μεταβολή των κοινωνικών συσχετισμών θα αποκαταστήσει την αλήθεια περί «αντικρατισμού», για το μεγάλο πλιάτσικο, θα εξαναγκαστούν να άδουν πάλι ύμνους στον κρατισμό, καταγγέλλοντας τον αντικρατισμό. Αλλά με τόσο αντικρατισμό, δεν θα βρίσκουν πια πελατεία: διότι θα έχουν καταφέρει να διαπλάσουν μια νέα γενιά οπαδών του Μπακούνιν!


Σουλτάνης Γρ.

Κυριακή, 10 Αυγούστου 2014

Νεολαϊκισμός και Ελιτισμός



Ο Νεολαϊκισμός χρησιμοποιήθηκε ως όρος για να περιγράψει τον ιδιότυπο λαϊκισμό που άσκησαν νεοφιλελεύθεροι ηγέτες της λατινικής Αμερικής, όπως ο Menem στην Αργεντινή, ο de Mello στη Βραζιλία, ο Fox στο Μεξικό και ο Fujimori στο Περού.

Φαντάζει όντως παράδοξο το γεγονός της ύπαρξης ενός νεοφιλελεύθερου λαϊκισμού, αφού υποτίθεται ότι ο νεοφιλελευθερισμός είναι ασύμβατος με το Λαϊκισμό-που αποτελεί κίνδυνο για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη-, λόγω των εκτεταμένων αντιμεταρρυθμίσεων που απαιτεί, ώστε μια οικονομία να οδηγηθεί σε πλήρη αγοραιοποίηση.

Ο αντίλογος στη συμβατότητα λαϊκισμού-νεοφιλελευθερισμού, επικεντρώνεται σε δύο επιχειρήματα: ότι οι ηγέτες που καλούνται να εφαρμόσουν νεοφιλελεύθερα προγράμματα, προέρχονται από λαϊκιστικά κόμματα και άρα διακρίνονται από ένα λαϊκιστικό προφίλ και δεύτερον, ότι, ο λαϊκισμός αυτός δεν οδηγεί σε κανενός είδους κινητοποίηση και ένταξη.

Τα αντεπιχειρήματα, στον αντίλογο αυτό, είναι ότι ο νεοφιλελεύθερος λαϊκισμός αποτελεί αναγκαία συνθήκη για την εφαρμογή των προγραμμάτων λιτότητας και ότι υπάρχει μια υπερεκτίμηση των αποτελεσμάτων που επέφερε ο παλιός λαϊκισμός.

Υποτίθεται βέβαια ότι η νεοφιλελεύθερη διακυβέρνηση εναντιώνεται σε κάθε υποχώρηση σε λαϊκά αιτήματα, ώστε ανεμπόδιστα να ασκηθούν πολιτικές που υπακούουν στον εξορθολογισμό, τον εκσυγχρονισμό, την αναγκαιότητα και την ορθότητα· μια ορθότητα που είναι πρωτίστως οικονομική και δευτερευόντως πολιτική, και που ορίζεται κυρίως από την οικονομική ελίτ (ευρωπαϊκή στα καθ’ ημάς), με βάση τεχνοκρατικά κριτήρια, που λόγω της φύσης τους, ενέχουν μια αντικειμενικότητα νομοτελειακής φύσης.

Όμως, τόσο η κατάργηση της πολιτικής όσο και ο βιασμός της φιλελεύθερης Δημοκρατίας, στα πλαίσια μιας εξόφθαλμης κυριαρχίας των ελίτ, συνιστά ουσιαστικά μια ακύρωση του κοινωνικού συμβολαίου και ενέχει τον κίνδυνο ανατροπής του φιλελεύθερου πολιτεύματος.

Έτσι, τίθεται ένα διαρκές ζήτημα νομιμοποίησης του καθεστώτος· κάτι που δηλώνει το συνεχές αίτημα για πολιτική σταθερότητα. Η νομιμοποίηση αυτή δεν είναι πια επαρκής μέσω της εκλογικής διαδικασίας, καθότι η νεοφιλελεύθερη διαρκής κατάσταση έκτακτης ανάγκης είναι ως εάν να σφυροκοπεί αδιάκοπα το κοινωνικό συμβόλαιο.

Ως εκ τούτου, η νομιμοποίηση μπορεί να αντληθεί αποκλειστικά με λαϊκιστικές τεχνικές, στρατηγικές που σχετίζονται με την επικοινωνία (κατασκευή κοινής γνώμης, πλασματικές δημοσκοπήσεις κτλ.) και τη χειραγώγηση μέσω της ανασφάλειας.


Ο αόρατος Ελιτισμός


Στην Ελλάδα, από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, ταυτόχρονα με την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού, εμφανίζεται το φαινόμενο του αντιλαϊκισμού: η καταγγελία του λαϊκισμού ως ενός από τα δεινά της αστικής δημοκρατίας. Έκτοτε, η καταγγελία αυτή βρίσκεται στο καθημερινό δημόσιο λόγο. Μια καταγγελία που προσάπτεται, από τις κυβερνητικές πλειοψηφίες και το δημοσιογραφικό προσωπικό, στις αντιπολιτεύσεις, εξωκοινοβουλευτικά κόμματα, κινήματα, συνδικαλιστικές οργανώσεις, ιδεολογίες ή και απόψεις.

Έτσι, οι κατά καιρούς πρωθυπουργοί της χώρας, μετά το ’90, έχουν εκφράσει τον αντιλαϊκισμό σε ένα διλημματικό πλαίσιο: «εκσυγχρονισμός ή λαϊκισμός», «μεταρρυθμίσεις ή ανέξοδος λαϊκισμός», «λαϊκισμός ή υπευθυνότητα», «ανάπτυξη ή λαϊκισμός, η παραφθαρμένη όψη της ελευθερίας».
Όπως φανερώνει ο καταγγελτικός πρωθυπουργικός λόγος, ο λαϊκισμός συνιστά κάτι απειλητικό: είναι οτιδήποτε αντιστέκεται στους σχεδιασμούς της εκάστοτε κυβερνητικής εξουσίας-που de facto αξιολογούνται ως θετικοί-, γι αυτό και του αποδίδονται ετερόκλητες αρνητικές ιδιότητες: εξαπάτηση, αντιμεταρρύθμιση, ανευθυνότητα και υπανάπτυξη.

Παρότι η έννοια του λαϊκισμού διαχέεται στο δημόσιο λόγο, με τις συνήθεις αρνητικές συνδηλώσεις που της αποδίδει η κυρίαρχη εξουσία, είναι αξιοπερίεργο το γεγονός ότι η αντίθετη έννοια, αυτή του ελιτισμού, απουσιάζει πλήρως, ακόμη και από μελέτες που διαπραγματεύονται τον λαϊκισμό.
Είναι προφανές ότι η λεκτική απουσία του ελιτισμού, δεν τον καθιστά απόντα ως πραγματικότητα. Η εναντίωση των νεοφιλελεύθερων στον λαϊκισμό εμφορείται από το γεγονός ότι είναι φορείς του ελιτισμού.

Αν ο λαϊκιστικός λόγος επικαλείται τον λαό και διχοτομεί το κοινωνικό, σε λαό/ελίτ, αυτό δεν παύει να συνιστά μια απεικόνιση της πραγματικότητας που αντιστρατεύεται την κυρίαρχη ιδεολογία, η οποία ταυτίζει το φιλελεύθερο πολίτευμα με τη Δημοκρατία και την τυπική λαϊκή κυριαρχία με την ουσιαστική.
Αντίθετα, ο αντιλαϊκιστικός λόγος είναι βαθύτατα ελιτιστικός και μειονεκτεί, λόγω του γεγονότος ότι εμπεριέχει μια ενδογενή αντίφαση: καλείται να κολακεύσει τις μάζες , τις οποίες απεχθάνεται, λόγω της ολιγαρχικής φύσης του. Έτσι, αδυνατώντας να αντιστρατευθεί την πραγματικότητα του λαϊκισμού, βάλλει κατά της λεκτικής εκφοράς του με λαϊκιστικές μεθόδους.


Νεολαϊκισμός…. αλά ελληνικά


Τα εμπόδια που συναντά ο ελιτισμός στη πράξη και η υστέρησή του σε δύναμη επιρροής, εν σχέση με τον λαϊκισμό, είναι αυτονόητα: η επίκληση της ελίτ από έναν ηγέτη, θα οδηγούσε στην καταστροφή. Συνεπώς, αν επιζητά ενδυνάμωση της πολιτικής θέσης του και υποστήριξη στο πρόγραμμά του-πάντα στα πλαίσια του φιλελεύθερου πολιτεύματος-, οφείλει, αφενός να αυτοπαρουσιασθεί ως λαϊκός ηγέτης και αφετέρου να αποτανθεί στον λαό για υποστήριξη. Αυτό όμως είναι ανέφικτο με ένα πρόγραμμα που εξυπηρετεί τις ελίτ.

Όπως αποκαλύπτει η μελέτη των νεοφιλελεύθερων ηγετών της λατινικής Αμερικής, η εγγενής αντίφαση του ελιτισμού, ξεπερνιέται με τεχνικές που βασίζονται μεν στον λαϊκιστικό λόγο-γι αυτό απαιτούνται πρόσωπα που έχουν σταδιοδρομήσει σε κάποια είδη λαϊκισμού-, αλλά με τη χρήση μιας ρητορικής που προκαλεί μετάθεση των λέξεων σε άλλες από τις συνήθεις έννοιες στις οποίες αναφέρονται.

Για παράδειγμα, ο λαϊκός ηγέτης γίνεται ο σωτήρας· Ο λαός γίνεται ο κόσμος, το έθνος ή η χώρα· Η ελίτ αντικαθίσταται από μία στοχοποιημένη κοινωνική ομάδα· Ο αντίπαλος, αντί να είναι η ελίτ γίνεται το παλιό πολιτικό ή κομματικό σύστημα· Τα δημοκρατικά αιτήματα αντικαθίστανται από την ανάπτυξη κτλ..
Αν εξετάσουμε ακροθιγώς την ελληνική περίπτωση, θα δούμε ότι οι νεοφιλελεύθεροι ηγέτες της χώρας ακολουθούν ένα παραπλήσιο νεολαϊκίστικο λόγο:

• Η κολακεία του λαού αποτελεί σταθερό μοτίβο: «Ο ελληνικός λαός είναι πονεμένος αλλά είναι και ώριμος. Ξέρει να ξεχωρίζει την υπευθυνότητα από το φθηνό λαϊκισμό». (Α. Σαμαράς).

«Όμως ο ελληνικός λαός είναι και ώριμος και σοφός…….η μεγάλη πλειονότητα του ελληνικού λαού, δεν θέλει να διασαλευθεί η σταθερότητα». (Βενιζέλος).

«Κανείς δεν πίστευε ότι ο ελληνικός λαός θα έδειχνε τέτοια ωριμότητα και αυτοπεποίθηση». (Σαμαράς).

• Η υποκατάσταση του λαού από τον ηγέτη: «Ο Ελληνικός λαός δεν έχει αντίρρηση να υποστεί προσωρινά κάποιες θυσίες για να ορθοποδήσει η χώρα». (Σαμαράς).

• Ταύτιση ηγέτη με το έθνος: «Δώστε μου τη Δύναμη ενός Έθνους, για να κερδίσουμε τη μάχη της Πατρίδας μας».

• Ο ηγέτης ως λοιδορούμενος σωτήρας : « Αυτό είναι το δίλημμα…(.)..Προτιμάς, που λέει το Ευαγγέλιο, κολαφισμούς, εμπτυσμούς και ραπίσματα; Ή προτιμάς να πάνε όλα κατά διαόλου, αλλά θέλεις να σου λένε ωσαννά; Προτιμώ το πρώτο, αρκεί η χώρα μας, η πατρίδα μας, να γλιτώσει το τρισχειρότερο». (Βενιζέλος).

• Η καταγγελία του πολιτικού συστήματος: « Ο κόσμος αποστρέφεται σήμερα το φθαρμένο πολιτικό σύστημα. Γιατί δεν αντέχει τν υποκρισία του»! (Σαμαράς)

• Η καταγγελία του κομματικού συστήματος και του κρατισμού που ταυτίζεται με το κράτος πρόνοιας: «Τη θέση της ανάπτυξης πήρε ο κρατισμός. Τη θέση της αξιοκρατίας, η κυριαρχία των κομματικών ημετέρων».


• Η μετατόπιση της διχοτόμησης λαού/ελίτ στο κοινωνικό επίπεδο, μεταξύ κοινωνικών ομάδων που διακρίνονται από το αν κατέχουν μόνιμη εργασία ή όχι «Μπορείς να κάνεις μεταρρυθμίσεις χωρίς να ξεβολευτούν οι βολεμένοι;» (Σαμαράς).

• Η καταγγελία του λαϊκισμού, που γίνεται αντιληπτός ως αίτημα για εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα: «Και όλα αυτά έγιναν γιατί συγκρουστήκαμε με τον λαϊκισμό» (Σαμαράς).

Τα ελάχιστα παραδείγματα νεοφιλελεύθερου λόγου φανερώνουν την ύπαρξη ενός ιδιότυπου λαϊκισμού που καταγγέλλει μεν τον λαϊκισμό, όχι ως διαδικασία, αλλά ως πρακτική που σχετίζεται με τις κατακτήσεις των κατώτερων τάξεων.

Κατά περίπτωση, περιέχει ρητορικά σχήματα από τον λαϊκισμό της αριστεράς ή της ακροδεξιάς, χωρίς όμως να έχει τη δύναμη να προκαλέσει κινητοποίηση · Αντίθετα, είναι ένας λαϊκισμός της ακινητοποίησης, που δεν επιτρέπει κάποιου είδους πολιτική ένταξη. Οι νεοφιλελεύθεροι προσφεύγουν στον λαό για να επιβάλλουν ερμηνευτικά σχήματα, παρά για να διεγείρουν υπάρχουσες ρητές ή άρρητες συγκρούσεις.

Από αυτή την άποψη, ο όρος νεολαϊκισμός, για τον νεοφιλελεύθερο λαϊκισμό, αδυνατεί να περιγράψει το γεγονός ότι πρόκειται για ένα είδος λαϊκισμού που βρίσκεται κοντύτερα στην κλασσική έννοια της δημαγωγίας. Γιατί, εφόσον πρόκειται για τον λαϊκισμό των εξεγερμένων ελίτ, ενάντια στα λαϊκά δικαιώματα, στο μεταπολεμικό consensus και τη δημοκρατία, δεν μπορεί να συνιστά παρά χειραγώγηση.

Σουλτάνης Γρ.

Δευτέρα, 4 Αυγούστου 2014

Νέα Δεξιά, Μεταπολίτευση και Αντιμεταπολίτευση



Τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα ονομάζονται ταμπού και ιδεοληψίες,
η υπεράσπιση των δικαιωμάτων, λαϊκισμός,
η αστυνόμευση του πολίτη, ασφάλεια,
η κοινωνική πρόνοια, το σύστημα υγείας και ασφάλισης κρατισμός,
τα συνδικάτα των εργαζόμενων, συντεχνίες,
η καταστροφή των κοινωνικών κεκτημένων, μεταρρυθμίσεις,
η κλοπή του κοινωνικού πλούτου, θυσία,
η ανεργία, η φτώχεια, ο υποσιτισμός και η ελλιπής ιατρική περίθαλψη, λιτότητα,
ο πλουραλισμός, άκρο,
η μόνιμη εργασία, βόλεμα,
η υποταγή των υποτελών τάξεων, εθνική ενότητα,
η εκποίηση των δημόσιων αγαθών, αξιοποίηση,
η εξάρτηση και η εθνική αναξιοπρέπεια, σωτηρία της χώρας κτλ., κτλ.


Συνειδητά, η ρητορική του καθεστώτος χρησιμοποιεί αρνητικές λέξεις για να τις αντιστοιχίσει σε θετικές έννοιες και το αντίστροφο. Η τεχνική αυτή έχει περιγραφεί από τον Αριστοτέλη στην «Ρητορική» του, ως μια διαδικασία όπου ο ρήτορας μπορεί να παραπλανεί τα πλήθη, έτσι ώστε, ακόμη και ένας παραλογισμός να γίνεται πιστευτός: ο ρήτορας-λέει ο Αριστοτέλης-μπορεί να παρουσιάζει την θρασύτητα ως ανδρεία, ή την ανδρεία ως δειλία. Δεν πρόκειται μόνο για ένα παιχνίδι με τις λέξεις, αλλά για μια ηθική επανεκτίμηση των εννοιών, μια νέα εννοιολόγηση ή κατασκευή της πραγματικότητας, μια ανατροπή της φυσικής τάξης.

Ζούμε στο πολιτικό καθεστώς της Νέας Δεξιάς. Καθημερινά, από το πολιτικό προσωπικό του καθεστώτος εκπορεύεται ένας προπαγανδιστικός λόγος που επιχειρεί την αποδόμηση των αξιών, με βάση τις οποίες δομήθηκαν οι κοινωνικές ταυτότητες και η κοινωνική πραγματικότητα της μεταπολίτευσης.

Η μεταπολίτευση τέλειωσε στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Στην δεκαετία που μεσουρανούν οι Ρήγκαν και Θάτσερ, τα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού καταρρέουν, η ΕΟΚ ισχυροποιείται όλο και περισσότερο και ο νεοφιλελευθερισμός γίνεται η νέα ορθοδοξία μετά την «συναίνεση της Ουάσιγκτον».

Έκτοτε είχαμε το φαινόμενο της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας, της οποίας επίσημη ιδεολογία έγινε ο νεοφιλελευθερισμός. Το τέλος της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας συμπίπτει με την υπαγωγή της χώρας στο καθεστώς της τρόικα.

Το ιδιότυπο καθεστώς που έχει δημιουργηθεί ονομάζεται συχνά «μεταδημοκρατία», συνδυάζοντας τον φορμαλισμό του κοινοβουλευτισμού, παράλληλα με ένα είδος οικονομικής δικτατορίας.

Το νέο καθεστώς δεν διαφέρει επί της ουσίας από το αυταρχικό μετεμφυλιακό κράτος της δεξιάς: κοινό στοιχείο τους είναι το παρασύσταγμα που λειτουργεί παράλληλα με το σύνταγμα σε μια κατάσταση διαρκούς έκτακτης ανάγκης.

Παρά την σύντομη διάρκειά της, η μεταπολίτευση εξέλαβε ένα έντονα συμβολικό χαρακτήρα, μιας και υπήρξε η μόνη περίοδος κατά τον 20ο αιώνα, κατά την οποία, η κοινωνία, οι άνθρωποι που δεν είχαν φωνή, έστω και έμμεσα, είδαν ότι οι πόθοι τους μπορούσαν να γίνουν πραγματικότητα.

Ήταν η μόνη στιγμή που σε κατάσταση ειρήνης και ομαλότητας, η εξουσία εξαναγκάστηκε-έστω στοιχειωδώς- να παραχωρήσει δικαιώματα και να λειτουργήσει κοινοβουλευτικά στα πλαίσια ενός κράτους δικαίου. Υπ’ αυτή την έννοια, η μεταπολίτευση δεν αποτελεί αποκατάσταση της αυταρχικής δεξιάς δημοκρατίας. Χαρακτηρίζεται από μια συνέχεια, αλλά ταυτόχρονα και ασυνέχεια.

Πράγματι, η μεταπολίτευση ανήκει περισσότερο στη σφαίρα του μύθου και λιγότερο στη σφαίρα της πραγματικότητας. Όμως, αυτό ακριβώς είναι και η δύναμή της. Είναι πλέον ένα φάντασμα ή δαίμονας, με τη θετική έννοια, που θα στοιχειώνει την πολιτική και κοινωνική ζωή.-η φαντασιακή δύναμη της μεταπολίτευσης είναι τόσο ισχυρή, ώστε δεν έγινε αντιληπτό ότι τέλειωσε νωρίς και ότι η πραγματικότητα μεταλλάχθηκε σταδιακά σε κάτι αποτρόπαιο.

Η πολιτική μεταπολίτευση είναι ένα μέρος της Μεταπολίτευσης, το οποίο συμπληρώνεται από την κοινωνική. Η πολιτική μεταπολίτευση πολύ γρήγορα εκφυλίσθηκε σε ένα είδος κομματοκρατίας που λειτούργησε ληστρικά ως προς το κράτος και την κοινωνία.

Αντίθετα, η κοινωνική μεταπολίτευση -που η Νέα Δεξιά ονομάζει «ηγεμονία της αριστεράς»-είναι ο νοερός χώρος όπου συγκλίνουν ιδέες και κοινωνικές δυναμικές που προέρχονται από το άμεσο εξεγερσιακό κοινωνικό και πολιτικό παρελθόν, από τον Μάη του ’68, από τις αντιαποικιακές ιδέες, από την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, από την λαϊκή κουλτούρα, από το χώρο του μοντερνισμού και της τέχνης.

Η κοινωνική μεταπολίτευση κινείται στους ρυθμούς ενός ιδιότυπου επαναστατικού ρομαντισμού και συνιστά ένα κοινωνικό συμβάν που υπερβαίνει τους δράστες και τα υποκείμενα, αποκτά ένα συμβολικό και μυθικό χαρακτήρα και μια αντοχή στον χρόνο.

Γι αυτό και το νέο μεταδημοκρατικό καθεστώς κατανοεί ότι δεν θα μπορέσει να πετύχει την ηγεμονία αν δεν εξαλείψει το φάντασμα της μεταπολίτευσης, αν δεν απαξιώσει την μόνη περίοδο κατά την οποία επιτεύχθηκαν οι δημοκρατικές κατακτήσεις.

Η Αντιμεταπολίτευση είναι ο συνειδητά σχεδιασμένος ιδεολογικός και συμβολικός πόλεμος ενάντια σε ότι έχει θεωρηθεί ως κεκτημένο -πραγματικό ή εννοιακό- της μεταπολίτευσης :αίτημα για περισσότερη δημοκρατία, κοινωνικά δικαιώματα, πολιτική συμμετοχή, ελευθερίες, ισονομία, δικαιοσύνη, δίκαιη κατανομή του πλούτου, δημόσια αγαθά, εργασία, παιδεία, υγεία ασφάλιση, αξιοπρέπεια, ισότητα, εθνική ανεξαρτησία, τέχνη και πολιτισμό.

Η Νέα Δεξιά (ο συνασπισμός από συντηρητικές και νεοφιλελεύθερες δυνάμεις) λανσάρει την ιδέα της «Νέας Μεταπολίτευσης», με την οποία επιδιώκει, αφενός την απαξίωση της μεταπολίτευσης και αφετέρου την οικειοποίηση του κύρους της, και την απόδοσή του στο νέο καθεστώς της μεταδημοκρατίας.

Αυτή η απόπειρα σκύλευσης της μεταπολίτευσης συνδυάζεται με την καταγγελία της ως υπαίτιας για την χρεοκοπία της χώρας. Εντούτοις, το πολιτικό σύστημα που είναι υπεύθυνο για την χρεοκοπία, με την συμπαιγνία της ΕΕ, είναι αυτό που διαμορφώθηκε από την δεκαετία του ’90 : η Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία του νεοφιλελευθερισμού, όταν η μεταπολίτευση είχε ήδη τελειώσει.

Η «Νέα Μεταπολίτευση» της Νέας Δεξιάς, η επονομαζόμενη και «Νέα Ελλάδα», αποτελεί μια νεοφιλελεύθερη καρικατούρα της πραγματικής Μεταπολίτευσης, που επιδιώκει την νομιμοποίηση του νέου αντιδημοκρατικού καθεστώτος.

Παρότι η επιτυχία της αντεπανάστασης που έχει εξαπολύσει η Νέα Δεξιά οφείλεται στην θεσμική βία και στην συνεπικουρία της νεοφιλελεύθερης ΕΕ, η ρητορική της είναι ανίκανη να αποκρύψει τις νεκρόφιλες πολιτικές που εφαρμόζονται, την αντικατάσταση της πολιτικής από τη λογιστική, την άγρια εκμετάλλευση και αναδιανομή του πλούτου.

Αν υπάρξει μια Νέα Μεταπολίτευση αυτή θα σχετίζεται με το τέλος της νεοδεξιάς κυριαρχίας και με την θέσμιση μιας αμεσοδημοκρατικής πολιτείας.

Σουλτάνης Γρ..

Σάββατο, 5 Ιουλίου 2014

ΔΕΗ: Η Μεγάλη Εκποίηση



«Δεν μπορείς να πολεμάς έναν αντίπαλο που δεν υπάρχει», έχει γραφτεί αναφορικά με τις πολιτικές μάχες που δίνονται σήμερα. Γιατί, εφόσον δεν υφίσταται πολιτική, κάθε πολιτικός αγώνας είναι ένα αναποτελεσματικό θέατρο σκιών. Το ίδιο ισχύει αναφορικά με την επίκληση στη «δημοκρατία», που υποτίθεται προσδίδει κύρος στο διάλογο, τη διαβούλευση, την ειρηνική επίλυση των συγκρούσεων. Όταν η δημοκρατία είναι ένα φάντασμα, η επίκλησή της, το μόνο που κάνει είναι να αλλοτριώνει αυτόν που την επικαλείται.


Στη περίπτωση της ιδιωτικοποίησης της ΔΕΗ γίνεται φανερό το γεγονός ότι εφαρμόζεται ένα προμελετημένο σχέδιο εκποίησης και μεταφοράς της πιο κομβικής και σημαντικής κερδοφόρου-παρά των προσπαθειών να καταστεί ελλειμματική- δημόσιας επιχείρησης σε ιδιωτικά συμφέροντα, σύμφωνα με την πολιτική απελευθέρωσης της ενέργεια της ΕΕ –που θα έπρεπε να ονομάζεται Ένωση Επιχειρηματιών Ευρώπης.


Η απουσία πολιτικής και όποιας δημοκρατικής νομιμοποίησης, θα όφειλε να οδηγήσει σε μια ανατροπή του status quo και να επιβληθεί μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης από τον ίδιο τον λαό, που στη περίπτωση αυτή θα μπορούσε να ξεκινήσει από τους ίδιους τους εργαζόμενους της ΔΕΗ.


Το κράτος, όντας υπό την κατοχή ξένων δυνάμεων, εξυπηρετεί πια αλλότρια συμφέροντα σε βάρος του λαού, εκποιώντας το δημόσιο πλούτο και τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας, με την κάλυψη παραπλανητικών ιδεολογημάτων όπως αυτών του ανταγωνισμού, της ανάπτυξης και της ΕΕ.
Στο βάθος του ορίζοντα διαφαίνεται η κινεζοποίηση του λαού της χώρας και η εκποίηση του έθνους, στα πλαίσια της αυτοκρατορικής ΕΕ με ηγέτιδα τη Γερμανία και με βάση τα γεωπολιτικά σενάρια των ΗΠΑ.

Το σκάνδαλο ΔΕΗ

Κατέχοντας τη δεύτερη θέση σε παραγωγή λιγνίτη στην ΕΈ και την έκτη παγκόσμια, η Ελλάδα –και ιδιαίτερα η ΔΕΗ-αποτελεί πρόκληση για την ευρωπαϊκή πολιτική ενέργειας.

Στόχος των ευρωπαίων δανειστών-με ιδεολογική κάλυψη από το δόγμα του ανταγωνισμού-που διαπλέκονται με τα μεγάλα ευρωπαϊκά λόμπυ της ενέργειας, δεν είναι τόσο η ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ ως εταιρία διανομής ενέργειας-κάτι που έχει ήδη συντελεστεί-αλλά η κατοχή και εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου που κατέχει ιδιοκτησιακά η ΔΕΗ.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ΔΕΗ, τα λιγνιτικά αποθέματα που θα παραχωρηθούν στην «μικρή» ΔΕΗ έναντι ευτελούς ποσού, ανέρχονται στο ποσό των 300 δις. ευρώ.

Ταυτόχρονα, η μέθοδος διάσπασης της εταιρίας σε «μικρή» και «μεγάλη» ΔΕΗ, παρέχει την δυνατότητα της σταδιακής ιδιωτικοποίησης του συνόλου του ορυκτού πλούτου, χωρίς να δημιουργηθούν αντιδράσεις. Η μεγάλη ΔΕΗ θα διασπάται σταδιακά σε μικρά κομμάτια, έως ότου να συντελεστεί η πλήρης εκχώρηση του δημόσιου πλούτου- μια μέθοδος που θα εφαρμοσθεί και σε ανάλογες περιπτώσεις (αέριο, πετρέλαιο κτλ.).


Η ΔΕΗ κατέχει λιγνιτικά κοιτάσματα, υδάτινους πόρους και τεράστιες εκτάσεις γης: σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, τα λιγνιτικά αποθέματα ανέρχονται σε 5 δις. τόνους, από αυτά εκμεταλλεύσιμα είναι τα 3,2 δισ. τόνοι, που επαρκούν για τουλάχιστον 50 χρόνια και αντιστοιχούν περίπου σε 500 εκ. τόνους πετρελαίου, ενώ η εγχώρια παραγωγή ενέργειας, αποφέρει εξοικονόμηση συναλλάγματος για τη χώρα 1 δισ. ευρώ ετήσια.


Σε αυτά θα πρέπει να προστεθεί το κοίτασμα τύρφης της ανατ. Μακεδονίας, που εκτιμάται στα 4 δισ. κυβικά μέτρα, που αντιστοιχούν σε 125 εκ. τόνους πετρελαίου.


Η ΔΕΗ επιπλέον, είναι ο ιδιοκτήτης των περιοχών στις οποίες συντελείται η εξόρυξη του λιγνίτη. Μόνο στη περιοχή της ανατολικής Μακεδονίας, η ΔΕΗ είναι κάτοχος 200.000 στρεμμάτων γης.


Επιπλέον, στις περιοχές που η ΔΕΗ έχει εγκαταστήσει υδροηλεκτρικούς σταθμούς, είναι ιδιοκτήτης των υδάτινων πόρων (λιμνών, ποταμών) και των παράκτιων περιοχών, σε πλάτος 200 μέτρων και μήκος έως τις πηγές του νερού. Κατ’ αυτό τον τρόπο η ΔΕΗ είναι ο αποκλειστικός υδροδότης της τοπικής παραγωγής.


Η παραχώρηση της ΔΕΗ σε ιδιώτες, στα πλαίσια της ευρωπαϊκής πολιτικής ενέργειας, δεν οδηγεί μόνο στην εμπορευματοποίηση της ενέργειας και την εκποίηση του ορυκτού πλούτου, αλλά και στην έμμεση ιδιωτικοποίηση του υδροφόρου ορίζοντα και στον έλεγχο της αγροτικής παραγωγής.

Ταυτόχρονα, πέραν του ότι η χώρα-σε μια περίπτωση κεϋνσιανής οικονομικής πολιτικής-θα αδυνατεί να υποστηρίξει ένα σχέδιο εγχώριας ανάπτυξης, υποβαθμίζεται γεωπολιτικά και παραδίδει τη μοίρα της στις ορέξεις της Γερμανίας και των ΗΠΑ.

Σουλτάνης Γρ.

Τρίτη, 24 Ιουνίου 2014

Για τον αδικοχαμένο Θανάση Χονδρό



Ο Θανάσης Χονδρός, ένας άνθρωπος 31 χρονών, με στοχασμό, ευαισθησίες, βουτηγμένος στη μουσική και την ποίηση, έβαλε τέλος στη ζωή του στις 14 του Ιουνίου στα Τρίκαλα, απροειδοποίητα και χωρίς να αφήσει πίσω του κάτι που να επιτρέπει ώστε να δοθεί μια ερμηνεία για την πράξη του. Το μόνο ίσως που προοιώνιζε τη πράξη του ήταν ένα Requiem που είχε συνθέσει τρεις μήνες πριν την τελευταία του πράξη, όπου εξέφραζε τα συναισθήματα που βίωνε.

Και όπως σε όλη τη σύντομη ζωή του, ο νους και τα συναισθήματά του διαπερνιόταν από μια απορία, από το «γιατί» των πραγμάτων, με το τέλος που έδωσε στη ζωή του, άφησε να πλανάται το ίδιο «γατί». Ένα γιατί που ο καθένας μπορεί να ερμηνεύσει σύμφωνα με το δικό του κόσμο, με τις «έννοιες, μέσα στις οποίες κλείνει τον κόσμο», όπως έλεγε ο ίδιος.

Γι αυτό και ανεξάρτητα από κάθε είδους ψυχολογισμό, στη περίπτωσή του ταιριάζει η στωική έννοια της «ευλόγου εξαγωγής».
Φαινομενικά, η πράξη της αυτοχειρίας είναι συνυφασμένη με μια στάση εγωισμού και δειλίας ως προς την αντιμετώπιση των προβλημάτων που θέτει η ίδια η ζωή, ένα είδος φυγής, με την οποία ελπίζει κανείς να ξεφύγει από τα αδυσώπητα ερωτήματα και τις αντιφάσεις της συνείδησης.

Όμως στη περίπτωση του Θανάση δεν συνέβαινε αυτό. Δεν του έλλειπε ούτε το θάρρος, ούτε η αγωνιστικότητα. Δεν έβλεπε τη ζωή ξεχωριστά από το θάνατο, αλλά ως τη μία από τις δύο όψεις ενός νομίσματος. Ο ίδιος έβλεπε τη ζωή ως μια αναίμακτη θυσία στην οποία πρωτοστατεί ο θάνατος: «Ζούμε για να πεθάνουμε ή επειδή πεθαίνουμε ζούμε;» έλεγε ο ίδιος.

Και αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν βυθισμένος σε μια διαρκή μελαγχολία, αλλά αντίθετα, έσφυζε από ζωή και δημιουργικότητα. Τον διαπερνούσε η ύπαρξη και των πιο μικρών ασήμαντων πραγμάτων, όλων όσα διαδραματίζονταν στο κοινωνικό γίγνεσθαι, χωρίς να καταφεύγει σε εκλογικεύσεις. Και ακριβώς αυτή η υπαρξιακή όξυνση, που συχνά δεν έβρισκε διέξοδο στις έννοιες και το λόγο, ίσως υπήρξε το καθοριστικό στοιχείο για τη τελευταία του πράξη.

Γι αυτό και η πράξη του μπορεί να ειδωθεί ως μια πράξη ελευθερίας της συνείδησης, μια συνείδησης που αντιστέκεται στην έκπτωση της ζωής, του ονείρου και της ουτοπίας, ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με τη στάση του.

Σε κάθε περίπτωση, ο κοινωνικός νους κατασκευάζει τα νοήματα, τους λόγους και τις τροπικότητες των συναισθημάτων μας. Και οι αποφάσεις ή οι επιλογές μας εμπλέκονται με τους εσωτερικευμένους κυρίαρχους δημόσιους λόγους, ώστε να είναι σχεδόν αδύνατο να διακρίνουμε το προσωπικό από το απρόσωπο στοιχείο. Εντούτοις, ο τελευταίος λόγος σε αυτό το εσωτερικό δράμα, όπου συγκρούεται ο αυτοπροσδιορισμός με τον ετεροπροσδιορισμό, ανήκει στο άτομο, ως συνειδητή βούληση, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο της συνείδησης.

Ο Θανάσης, μέσα από την αμετροεπή ευαισθησία του, γινόταν κοινωνός του κοινωνικού πόνου, ανεξάρτητα από τις ωδίνες της προσωπικής του ύπαρξης. Και ιδιαίτερα σε αυτή τη περίοδο, που η ελληνική κοινωνία βιώνει τον αφόρητο πόνο που επιφέρει η νεοφιλελευθερη επίθεση στο συλλογικό της σώμα, με τόσους ατομικούς πόνους, με τόσες κυριολεκτικές και συμβολικές αυτοκτονίες, κυριολεκτικές και συμβολικές φυγές και «εύλογες εξαγωγές», η αυτοχειρία του δεν έχει μόνο ατομικό, μα και συλλογικό νόημα. Βιώνοντας τον διάχυτο «πόνο του ανθρώπου και των πραγμάτων», η αυτοχειρία του συνιστά μια κοινωνική πράξη.

. Και όσο και αν φαίνεται σα μια πράξη ατομική, στην ουσία της είναι πράξη κοινωνική: είναι μια δολοφονία, ανεξάρτητα από τις ιδεολογικές ερμηνείες της κάθε εξουσίας που πάντα επιρρίπτει το πρόβλημα στα άτομα, αποπολιτικοποιώντας την αυτοκτονία και απενοχοποιώντας την εξουσιαστική βία.

Ο Θανάσης είχε την ατυχία-όπως και τόσοι πολλοί άλλοι-να αισθάνεται την δομική βία σε έναν υπέρμετρο βαθμό, σε έναν βαθμό που οξύνει ταυτόχρονα τις εσωτερικές συγκρούσεις και που ώθησε τη βούλησή του να επιλέξει την φυγή ως μια αξιοπρεπή αντίσταση, μπροστά στην ισοπεδωτική εργαλειακή εξουσιαστική βία που διαλύει την κοινωνία και μετατρέπει τον άνθρωπο σε εμπόρευμα και γρανάζι στον «σατανικό μύλο του κέρδους».

Σουλτάνης Γρ.

Κυριακή, 18 Μαΐου 2014

Τέσσερα χρόνια νεοφιλελεύθερης επίθεσης




Για τέσσερα χρόνια, η Ελλάδα είναι το νεοφιλελεύθερο εργαστήρι, όπου πλάθεται το μέλλον της Ευρώπης.

Η αγριότητα της επίθεσης που έχει δεχτεί η χώρα είναι πρωτοφανής και ξεπερνά κατά πολύ τις επιθέσεις που έχουν δεχτεί στο παρελθόν χώρες όπως η Χιλή ή το Ενωμένο Βασίλειο.

Η χώρα πεθαίνει. Ένας πολιτισμός εξαφανίζεται.

Οι άνθρωποί της αρρωσταίνουν, πεθαίνουν, αυτοκτονούν, μεταναστεύουν, βυθίζονται στην κατάθλιψη από ψυχοσωματικές ασθένειες, ευνουχίζονται.

Η υπογεννητικότητα χτυπάει στο κόκκινο, τα κοινωνικά δίκτυα και το ανθρώπινο κεφάλαιο διαλύονται. Δεν πρόκειται για ανθρωπιστική κρίση αλλά για συνειδητή γενοκτονία, από μέρους των νεκρόφιλων οπαδών της αγοράς.

Όλα τούτα καλύπτονται από τους πράκτορες των αγορών, τους ολετήρες της κοινωνίας, με μια περίτεχνη γλώσσα που επιχειρεί να εμφανίσει τη καταστροφή ως σωτηρία: αναδιάρθρωση της οικονομίας, αλλαγή οικονομικού μοντέλου, ανάπτυξη, «Νέα Ελλάδα».

Στο κείμενο της συνθήκης «Ευρώπη 2020», που σηματοδοτεί το μοντέλο για την Νέα Ευρώπη, αναφέρεται ότι: «Η κρίση αποτελεί εγερτήριο κάλεσμα…. Είναι η στιγμή της αλήθειας για την Ευρώπη. Η Ευρώπη είναι ικανή να αναλαμβάνει δράση σε περιόδους κρίσης και να προσαρμόζει τις οικονομίες και τις κοινωνίες της… η έξοδός µας από την κρίση θα πρέπει να αποτελέσει το σημείο εισόδου σε µια νέα οικονομία…».

Ποια είναι η στιγμή της αλήθειας για την Ευρώπη, με βάση την οποία ο συρφετός των νεοαποικιοκρατών μαζί με τους ντόπιους σφιγγοκωλάριούς τους επιχειρούν την κατασκευή μιας κοινωνίας υπηκόοων;

Είναι οι προτάσεις της European Roundtable of Industrialists (ERT) (Ευρωπαϊκή στρογγυλή τράπεζα των βιομηχάνων), η οποία στο «ERT’s vision for a competitive Europe in 2025», αποκαλύπτει το όραμα των βιομηχάνων για την Ευρώπη, ένα όραμα που υιοθέτησε σχεδόν πλήρως η ΕΕ.

Είναι επίσης το όραμα της European Financial Services Roundtable (ΕΡFR), που στο “How Regulation Can Preserve The Contribution of Financial Firms too Economic Growth in Europe” εκθέτει το όραμά της για μια Ευρώπη των χρηματοπιστωτικών αγορών και οι προτάσεις της οποίας, επίσης, έχουν υιοθετηθεί πλήρως από την ΕΕ.

Η ΕΕ, λειτουργώντας ως το γερμανικό «καρτέλ της ευρύτερης σφαίρας» έχει ένα συγκεκριμένο στόχο: πως θα δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες ώστε να αυξηθεί η κερδοφορία του κεφαλαίου.

Η λιτότητα, η φτώχεια, η ανασφάλεια και ο ανθρώπινος πόνος αποτελούν τις παράπλευρες απώλειες για την αναδιάρθρωση του κεφαλαίου. Ο νέος τύπος κεφαλαιακής συσσώρευσης απαιτεί την μείωση του μισθολογικού κόστους και τις επενδύσεις σε σφαίρες δραστηριότητας που παραδοσιακά θεωρούνται μη εμπορεύσιμες και ανήκουν στην δημόσια σφαίρα.


Οι στόχοι της νεοφιλελεύθερης επίθεσης είναι πολλαπλοί:

• Η κατασκευή ενός υποκειμένου υποταγμένου στα κελεύσματα των επιχειρηματικών λόμπι που πλέον διαμορφώνουν την δεσμευτική πολιτική που επιβάλλεται από την ΕΕ.

• Η διάλυση των συνδικαλιστικών ενώσεων που μπορούν να αντισταθούν στην επίθεση του κεφαλαίου.

• Η κατασκευή μιας κοινωνίας του τρόμου και της ανασφάλειας, έτσι ώστε να μειώνεται ο κίνδυνος σχηματισμού συλλογικοτήτων που μπορούν να αμφισβητήσουν την κυριαρχία του κεφαλαίου.

• Η φτωχοποίηση και η αύξηση της ανεργίας, ως εργαλείων για τη δημιουργία φτηνού εργατικού δυναμικού χωρίς εργασιακά δικαιώματα.

• Η διάλυση του κοινωνικού κράτους και η μεταφορά των δημόσιων επιχειρήσεων στον ιδιωτικό τομέα.

• Η ιδιωτικοποίηση του ασφαλιστικού συστήματος.

• Η ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης.

• Η ιδιωτικοποίηση των δημόσιων αγαθών και των περιουσιακών στοιχείων του δημοσίου. Η παράδοση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας.

• Η μετατροπή του κράτους σε νυχτοφύλακα και εγγυητή, αποκλειστικά, των κερδών των μεγάλων επιχειρήσεων και πολυεθνικών.

• Η κατάργηση του φιλελεύθερου πολιτεύματος και η αντικατάστασή του από ένα είδος ολιγαρχικού πολιτεύματος που διευθύνεται από τις πολυεθνικές και το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο.

• Ο υποβιβασμός της πολιτικής σε διαδικασία διασφάλισης των κερδών για τις μεγάλες επιχειρήσεις και τις τράπεζες.

• Η μετατροπή του πολιτικού προσωπικού σε μαριονέτα, αναγκαίας για την εξαπάτηση της κοινωνίας και για την άσκηση θεσμικής βίας στα πλαίσια της ψευδοδημοκρατίας.

• Η ακύρωση οποιασδήποτε ανεξάρτητης διεθνούς πολιτικής.

• Η κατάλυση της εθνικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας και η σταδιακή περιφερειοποίηση της χώρας, ως Ειδικής Οικονομικής Ζώνης ,στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής δικτατορίας των αγορών.

Υπάρχει αναστροφή της νεοφιλελεύθερης λαίλαπας;

Οι νεοφιλελεύθεροι ολετήρες ισχυρίζονται ότι αυτό που συμβαίνει είναι μονόδρομος.

Ότι πρόκειται για μια νομοτελειακή πορεία της ιστορικής εξέλιξης που οδηγεί στον θρίαμβο του νεοφιλελευθερισμού. Το επιχείρημα αυτό αποτελεί μέρος του νεοφιλελεύθερου ψυχολογικού πολέμου και είναι ένα είδος αυτοεκπληρούμενης προφητείας.

Επειδή η νεοφιλελεύθερη επίθεση σχετίζεται με μια συνειδητή στρατηγική του κεφαλαίου-και μάλιστα του παγκοσμιοποιημένου- ενάντια στον κόσμο της εργασίας και την κοινωνία, φαινομενικά είναι αδύνατη μια αναστροφή.

Ταυτόχρονα, η ανυπαρξία ενός κοινωνικού υποκειμένου ικανού να αντιστρατευθεί τις νέες στρατηγικές του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, δημιουργεί την αίσθηση ενός αδιεξόδου.

Είναι φανερό ότι απαιτείται μια ριζική αμφισβήτηση του πολιτικο-οικονομικού μοντέλου και συστράτευση του συνόλου της κοινωνίας, ανεξάρτητα από ιδεολογικές τοποθετήσεις, για την υπεράσπιση της ίδιας της κοινωνίας και των παιδιών της.

Πρωταρχικό μέλημα της κοινωνίας πρέπει να είναι η αντεπίθεση προς τους νεκρόφιλους οπαδούς της παγκοσμιοποιημένης αγοράς, αυτής της κρεατομηχανής που αλέθει τα πάντα στο μύλο του κέρδους και η αμφισβήτηση του νομικού οικοδομήματος που φυσικοποιεί την δομική βία των ελίτ.

Σουλτάνης Γρ.

Παρασκευή, 2 Μαΐου 2014

«Αριστερός Νεοφιλελευθερισμός» ή Δεξιός Κομμουνισμός;



Σε άρθρο του κ. Δ. Δαβέττα, «Αριστερός νεοφιλελευθερισμός;»-το ερωτηματικό είναι ρητορικό- στον «Ελεύθερο Τύπο», (24/4/2014), ο σύμβουλος του πρωθυπουργού, επιχειρεί μια νεοφιλελεύθερη ανάγνωση της ιστορίας.
Με μια σειρά από επιχειρήματα που ξεκινούν από τον Ολάντ, περνούν από τον Λέον Μπλούμ και καταλήγουν στον ΣΥΡΙΖΑ, αποδεικνύεται η νομοτέλεια που διέπει το ιστορικό γίγνεσθαι και η οποία οδηγεί στον θρίαμβο του νεοφιλελευθερισμού. Γι αυτό και στο τέλος του άρθρου, απευθύνονται παραινέσεις προς τον ΣΥΡΙΖΑ και τους έλληνες εν γένει, ώστε να καταλάβουν-δηλαδή να αποδεχθούν- τη νέα πραγματικότητα, τη νομοτέλεια της νεοφιλελεύθερης στροφής.

Ο κ. Δαββέτας εξαγάγει το συμπέρασμά του αναλύοντας την περίπτωση Ολάντ, ο οποίος, προεκλογικά, μαζί με την «παρέα του» και στην υπηρεσία των «αριστερόστροφων ιδεών» τους, υποσχέθηκε ανάπτυξη, έτσι ώστε «χρησιμοποίησε την κενσιανή λογική του «θα δώσω, θα δώσω» για κατανάλωση». ‘Όμως, επειδή «Ο αριστερός λόγος δεν εναρμονίστηκε με την παγκοσμιοποίηση, τις αγορές, τα χρηματοπιστωτικά κέντρα….», ο Ολάντ αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την «αριστερόστροφη λογική», διορίζοντας ως πρωθυπουργό τον Manuel Valls, τον Σαρκοζί της αριστεράς. Έτσι, ο Ολάντ, αφενός εγκατέλειψε την «αριστερόστροφη λογική», ενώ αφετέρου, στράφηκε φιλικά προς τον καπιταλισμό των αγορών. Γιατί… «οι αγορές δεν αστειεύονται».

Το ίδιο συμπέρασμα βγάζει ο αρθρογράφος από την περίπτωση του Λ. Μπλουμ, ο οποίος, πιστεύοντας στην μελλοντική ήττα της οικονομίας της αγοράς, διαψεύστηκε παταγωδώς, αφού αντίθετα, επήλθε η ισχυροποίησή της.

Άρα-σύμφωνα με τον αρθρογράφο-, υπάρχει μια ηττημένη ευρωαριστερή λογική, που δείχνει ότι «σε θέματα ισότητας, κοινωνίας και δικαιοσύνης, υπάρχει ιδεολογική στροφή». Να λοιπόν η απόδειξη ότι «αυτή η παλαιό-επαναστατική φρασεολογία κρύβει μέσα της τη νομοτέλεια μιας νεοφιλελεύθερης στροφής, ενός αριστερού νεοφιλελευθερισμού».

Είναι φανερό ότι ο κ. Δαββέτας, ως υπέρμαχος της ελεύθερης αγοράς, των χρηματοπιστωτικών κέντρων, της παγκοσμιοποίησης και του καπιταλισμού, βιάζεται να εξαγάγει τα νομοτελειακά του συμπεράσματα, ως προς την αιώνια επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού. Γι αυτό άλλωστε αναπέμπει παραινέσεις προς τους έλληνες να αποδεχτούν την μοίρα που τους επιφυλάσσει ο θεός των αγορών. Όμως, η στροφή Ολάντ και η διάψευση του Μπλουμ, αποτελούν επαρκείς αποδείξεις του νεοφιλελεύθερου θριάμβου και του τέλους της ιστορίας;

Αν υποθέσουμε ότι τα όσα γράφει ο αρθρογράφος συνιστούν επιχειρηματολογία- και όχι αυθαίρετη ερμηνεία-, η επιχειρηματολογία αυτή στερείται λογικής συνοχής, γιατί, εντελώς αυθαίρετα, ταυτίζεται ο κεϋνσιανισμός του Ολάντ, με τον «αριστερό λόγο». Ο αρθρογράφος αγνοεί ίσως ότι ο κεϋνσιανισμός είναι ένας ακραιφνής καπιταλισμός, ο οποίος σηματοδότησε τον μεταπολεμικό ελιγμό του καπιταλιστικού συστήματος, μπροστά στον κίνδυνο να υποστεί μια ιστορική ήττα: Ήταν η συνθηκολόγηση του κεφαλαίου με τον κόσμο της εργασίας, έτσι ώστε να μπορεί να συνεχισθεί απρόσκοπτα η αναπαραγωγή του κεφαλαίου.

Επιπλέον, ο αρθρογράφος παρακάμπτει το γεγονός ότι η Γαλλία δεν διαθέτει κρατική τράπεζα και εθνικό νόμισμα, ώστε να ασκήσει οποιοιδήποτε είδους κεϋνσιανισμό. Οπότε, οι προεκλογικές διακηρύξεις Ολάντ-ανάλογες με του ΠΑΣΟΚ-εντάσσονται σε ένα σχέδιο κατάληψης της εξουσίας και εφαρμογής νεοφιλελεύθερων πολιτικών, δηλαδή, παραπλάνησης. Αυθαίρετη επίσης είναι η ταύτιση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας- τύπου Ολάντ- με την αριστερά, ώστε ο αρθρογράφος να συμπεραίνει ότι «ο αριστερός λόγος δεν εναρμονίστηκε με την παγκοσμιοποίηση…».

Ακόμη όμως και το γεγονός ότι διαψεύσθηκε ο Μπλουμ, αναφορικά με την επικράτηση του σοβιετικού μαρξισμού, αυτό δεν συνιστά εξ ανάγκης θρίαμβο του νεοφιλελευθερισμού-ο οποίος ήδη παραπαίει-, αλλά περισσότερο, αποτυχία του σοβιετικού μοντέλου.

Τώρα, το ότι η «επαναστατική φρασεολογία, κρύβει μέσα της τη νομοτέλεια μιας νεοφιλελεύθερης στροφής, ενός αριστερού νεοφιλελευθερισμού», φαίνεται ότι αποτελεί όχι κάποιο συμπέρασμα-αφού δεν τεκμαίρεται από τα προηγούμενα-, αλλά ευχή ίσως του αρθρογράφου.
Γιατί ο τετράχρονος σχεδόν, νεοφιλελεύθερος μετασχηματισμός της χώρας, αποδεικνύει εντελώς το αντίθετο: ότι η νεοφιλελεύθερη δεξιά κρύβει μέσα της τη νομοτέλεια μιας κομμουνιστικής στροφής, ενός δεξιού κομμουνισμού.

Γιατί, πως αλλιώς να ερμηνεύσει κανείς τον ανελέητο κρατισμό της νεοφιλελεύθερης παράταξης, που με τεχνάσματα, όπως η κατάσταση έκτακτης ανάγκης, με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, με καταιγισμό νόμων και ρυθμίσεων, με αστυνομική βία και προπαγάνδα, αποσκοπεί στην πλήρη φτωχοποίηση και κινεζοποίηση του έλληνα, αλλά και στη κατάσχεση της περιουσίας του; Τουλάχιστον, ο σοβιετικός κομμουνισμός παρείχε κάποιες εγγυήσεις επιβίωσης. Αντίθετα, ο δεξιός, εγγυάται μόνο κέρδη για τις ελίτ.

Ο κοινωνιολόγος και φιλόσοφος Γ. Χάμπερμας, σε συνέντευξή του, έχει σχολιάσει ως εξής την «νεοφιλελεύθερη (ελληνική) στροφή» που ευαγγελίζονται οι σύμβουλοι του πρωθυπουργού: «Οι όροι αυτοί μου θυμίζουν τις συνθήκες της όψιμης Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, που οδήγησαν στην κατάληψη της εξουσίας από το φασισμό….(.)…Μια Δημοκρατία δεν μπορεί να λειτουργήσει όταν το σύνολο του πληθυσμού έχει την αίσθηση ότι κηδεμονεύεται από μια τρόικα, η οποία δεν κάνει τίποτε άλλο από το να "μεταφράζει" τις προσταγές των τραπεζών και των χρηματαγορών σε μέτρα λιτότητας και σε πακέτα διάσωσης…(.)….Με αυτό τον τρόπο οι Έλληνες πολίτες δεν θα κερδίσουν τη δημοκρατική αυτοσυνειδησία τους, την οποία χρειάζονται για να αντισταθούν στην κατάρρευση του πολιτικού πολιτισμού τους». (εφημερίδα των Συντακτών, 21/07/2013.)

Όμως, αντίθετα από τις προβλέψεις των νεοφιλελεύθερων οπαδών του θρησκείας της αγοράς, που θεωρούν την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού ως το αναγκαίο τέλος της ιστορίας -δάνειο από τον ιστορικό υλισμό των οπαδών του Μαρξ-, και όχι ως αποτέλεσμα της βίας που ασκεί συντονισμένα η συνασπισμένη παγκόσμια ελίτ, η πραγματικότητα τους διαψεύδει.

Η επάνοδος του εθνικισμού- και του πατριωτικού μαρξισμού-, θα καταρρίψει το όραμα της παγκόσμιας αγοράς υπό την κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου. Γιατί η ιστορία δεν υπακούει σε καμιά νομοτέλεια, δεν κινείται με την γραμμικότητα του νεοφιλελεύθερου υλισμού, αλλά είναι πάντα υπό διαπραγμάτευση.

Σουλτάνης Γρ.