Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2014

Η Αναπαράσταση του «Διεφθαρμένου»Έλληνα


«Ο πόλεμος για τον έλεγχο του κόσμου είναι πόλεμος ορισμών… αυτός που πρώτος θα ορίσει το νόημα μιας κατάστασης, επιβάλλει στον άλλον την δική του πραγματικότητα και τον ορίζει, είναι ο νικητής... Εκείνος που ετεροκαθορίζεται, υποτάσσεται και ίσως ακόμα και εξοντώνεται...» «Το Δεύτερο Αμάρτημα», Thomas Szasz.



Η εικόνα του «διεφθαρμένου» έλληνα έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην μαζική ενοχοποίηση και στη νομιμοποίηση του νεοφιλελεύθερου μετασχηματισμού της χώρας. Μέσω της νέο-αποικιοκρατικής ιδεολογίας, το ευρωπαϊκό κεφάλαιο επιδιώκει την πολιτική υποταγή, την πολιτική και οικονομική εξάρτηση και την εκμετάλλευση των ανθρώπινων και φυσικών πόρων. Επιπλέον, την απόσπαση της προσοχής από το πολιτικο-οικονομικό σύστημα που παράγει τη διαφθορά: το αντιπροσωπευτικό πολίτευμα και τον καπιταλισμό. Στον πυρήνα της νέο-αποικιοκρατικής ιδεολογίας βρίσκονται τα κλασσικά αποικιοκρατικά μοτίβα: ο εθνικιστικός και πολιτισμικός μεσσιανισμός, και η φιλανθρωπία.

Η ηθική κατακραυγή και καταγγελία του «διεφθαρμένου» έλληνα εξέλαβε διαστάσεις επιδημίας στα εγχώρια και διεθνή ΜΜΕ, δεδομένου ότι-σύμφωνα με την επίσημη ερμηνεία-αφενός κατέστρεψε τη χώρα του και αφετέρου, εξαιτίας του, κινδυνεύει η σταθερότητα της ευρωζώνης και κατ’ επέκταση το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. Ειδικά στα εγχώρια ΜΜΕ, ένα πλήθος ηθικών δικαστών-πολιτικοί, τραπεζίτες και καθηγητές, έως ηθοποιοί και τραγουδοποιοί-, με φωνασκίες, καταγγελίες και ανάδειξη σχετικών περιπτώσεων, στοιχειοθετούσαν το «αγιολόγιο» της διαφθοράς, απαιτώντας να στηθεί ο αμαρτωλός στο ηθικό ικρίωμα. Εκτός από την καταγγελία, η επιδημία εξέλαβε διαστάσεις ηθικής αυτομεμψίας, έτσι ώστε ένα πλήθος «διεφθαρμένων», αυτοβούλως προσέρχονταν στα εθνικής εμβέλειας τηλεξομολογητήρια, εκθέτοντας την προσωπική του διαφθορά και απαιτώντας την παραδειγματική τιμωρία του.

Η διάχυση αυτής της κατασκευασμένης ψύχωσης, κατέλαβε κυριολεκτικά τον κοινωνικό νου, με αποτέλεσμα ο δείκτης της κοινωνικής ψυχικής υγείας να χτυπήσει στο κόκκινο, στα όρια της κατάθλιψης και της αυτοκτονίας. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, η αποδόμηση της ταυτότητας του «έλληνα» είχε ως αποτέλεσμα την πλήρη κοινωνική παθητικότητα, αφήνοντας ανενόχλητη την πολιτική εξουσία στην υπηρεσία των δανειστών. Η απόδοση της ευθύνης, για την χρεοκοπία της χώρας, στην ηθική συγκρότηση του έλληνα και της ελληνικής κοινωνίας, διέτρεχε τη σκέψη ακόμη και όσων καταφέρονταν εναντίον του δικομματισμού.

Η υποτιθέμενη ηθική ανεπάρκεια του έλληνα-πάντα σε αντιπαραβολή με την ηθική επάρκεια του δυτικοευρωπαίου- εξέλαβε πολιτισμικές διαστάσεις: με βάση έναν υποφώσκοντα κοινωνικό δαρβινισμό, ο ελληνικός πολιτισμός βρίσκεται σε ένα κατώτερο στάδιο εξέλιξης. Μια πιθανή ερμηνεία της έκτασης που πήρε αυτή η ενοχοποίηση έγκειται στο γεγονός ότι, η ελληνική κοινωνία κουβαλώντας το φορτίο της θρησκευτικής ενοχής, είναι ευεπίφορη σε ηθικές επιθέσεις που σχετίζονται με την έννοια της αμαρτωλότητας. Επιπλέον, οι παλιότερες αναπαραστάσεις της ψωροκώσταινας, του ραγιά, του υπό εκσυγχρονισμό ανατολίτη, αποτέλεσαν τη βάση για την κατασκευή του πολιτισμικά «διεφθαρμένου» έλληνα.
Τα επίθετα που προσάπτονταν πια στο έλληνα, ήταν: διεφθαρμένος, αμαρτωλός, άρρωστος, απατεώνας, τριτοκοσμικός, ακαλλιέργητος, ανατολίτης, σοβιετικός, φαύλος, τριφηλός, βολεμένος κτλ., ενώ σε ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης, ο έλληνας παραμένει μη εκσυγχρονισμένος, μη εξευρωπαϊσμένος, απολίτιστος, μη ορθολογικός, μη επιχειρηματικός, εκτός της επήρειας του διαφωτισμού κτλ..

Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι ότι θα έπρεπε να ακολουθήσει την «θεραπεία» των δανειστών-όπως το έθεσε ο πρόεδρος του ΔΝΤ-, αλλά και να υποστεί τις θυσίες που είναι αναγκαίες για τον εκσυγχρονισμό, τον εξευρωπαϊσμό και τον εκπολιτισμό: να δεχθεί την πλήρη φιλελευθεροποίηση της οικονομίας και τη μετατροπή της κοινωνίας, σε εξάρτημα της αγοράς.

Η αναζωπύρωση του ιμπεριαλισμού συνάδει με τις ανάγκες επέκτασης του κεφαλαίου σε νέα πεδία κερδοφορίας. Η άλωση των δημόσιων αγαθών από το ευρωπαϊκό κεφάλαιο-κατά κύριο λόγο γερμανικό-, είναι ανέφικτη χωρίς την υποταγή των ιθαγενών πληθυσμών. Η παράδοση της αποικιοκρατίας προσφέρει τον ιδεολογικό μανδύα ώστε η άγρια εκμετάλλευση να εμφανίζεται ως εξορθολογισμός και εκπολιτισμός: ως το φυσικό αποτέλεσμα αφενός της πολιτισμικής και ηθικής κατωτερότητας των ιθαγενών και αφετέρου της μεσσιανικής φιλανθρωπίας των αποικιοκρατών. Στην νέο-αποικιοκρατία δεν υπάρχουν εκστρατευτικά σώματα και ιεραπόστολοι: τα πρώτα έχουν υποκατασταθεί από τις πολυεθνικές εταιρίες και οι δεύτεροι, από τους οικονομολόγους, τους ιερείς της νέας θρησκείας. Οι πολυεθνικές αναλαμβάνουν την διαφθοροποίηση της κοινωνίας, ενώ οι οικονομολόγοι, μέσα από μια περίεργη συνύπαρξη οικονομικής θεωρίας και προτεσταντικής ηθικής, την ηθική αναμόρφωση των μη παραγωγικών ιθαγενών.

Αφετέρου, η χρήση της λέξης «διεφθαρμένος» με την παραδοσιακή έννοια του όρου-ηθική διαστροφή, απώλεια κάθε ηθικού φραγμού-λειτουργεί παραπλανητικά σε σχέση με την δομική διαφθορά που παράγεται από την δομή του πολιτικο-οικονομικού συστήματος, Ο καπιταλισμός συνεχώς διαφθείρει την δημόσια σφαίρα, την οποία είναι ταγμένο να προασπίζει ένα πολιτικό σώμα που κατέχει την εξουσία μέσω της αντιπροσώπευσης. Έτσι, η διαφθορά παράγεται αέναα και αποδίδεται στα άτομα αντί στο ίδιο το σύστημα, με αποτέλεσμα να εκλαμβάνει ένα συμβολικό χαρακτήρα: η αναπαραγωγή του συστήματος συντελείται με την καταγγελία της διαφθοράς, η οποία αποτελεί την ίδια του τη φύση, την επιδίωξη του κέρδους για το κέρδος, που με τη σειρά της νομιμοποιεί την διαφθορά. Άλλωστε, η γενικευμένη ανομία σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης είναι συνυφασμένη με την εξάπλωση της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας» και του καπιταλισμού, ταυτόχρονα με τις πολυεθνικές και την οικονομία της αγοράς.

Η κατασκευή «διεφθαρμένων» ατόμων ή λαών επιχειρεί την συγκάλυψη του γεγονότος ότι οι διαφθορείς-ο μητροπολιτικός καπιταλισμός και ιμπεριαλισμός-εκμεταλλεύονται τις χώρες της περιφέρειας, δυνάμει της παγιωμένης δομικής διαφθοράς και ανισότητας, παράλληλα με το φιλελεύθερο θεσμικό πλαίσιο που αποτελεί προϋπόθεση αναπαραγωγής της διαφθοράς.
Ο ορισμός της πραγματικότητας από τους αρχιερείς της διαφθοράς κατασκευάζει αποδιοπομπαίους τράγους, με συνέπεια την περαιτέρω θυματοποίηση των θυμάτων.

Σουλτάνης Γρ.


Τετάρτη, 1 Ιανουαρίου 2014

Πολιτισμικός Ρατσισμός και Νεοαποικιοκρατία: Η Κοινωνία Σωφρονιστήριο.




«…..A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.
Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω». Τείχη, Καβάφης.



Αδιόρατα, η ελληνική κοινωνία έχει οδηγηθεί σε μια διαδικασία ιδρυματοποίησης: μετατρέπεται σε κοινωνία φυλακή, με τα αόρατα τείχη των ατέλειωτων σωφρονιστικών μέτρων λιτότητας και δημοσιονομικής προσαρμογής. Η μετατροπή της σε κοινωνία υπό σωφρονισμό, έχει καταστήσει τη χώρα σε απέραντο σωφρονιστήριο, την ώρα που οι φυλακές αναλαμβάνουν αποκλειστικά τον τιμωρητικό ρόλο. Μοχλοί αυτής της διεργασίας-με βάση την οποία η κοινωνία μεταλλάσσεται και εγκαθιστά νέες αναπαραστάσεις για τον εαυτό της- είναι, αφενός, η διασπορά του φόβου και αφετέρου, η μεθοδική απαξίωση της πολιτισμικής της ταυτότητας και των συλλογικών ταυτοτήτων. Η συντονισμένη δράση του εκφοβισμού και της «εκγληματοποίησης», μετατρέπουν την ελληνική κοινωνία σε κοινωνία του φόβου και της ανασφάλειας, απαξιωμένη και τελικά ιδρυματοποιημένη.

Το μνημόνιο, ως «πολιτικό» κείμενο καταστροφής της ελληνικής οικονομίας και καταλήστευσης του κοινωνικού πλούτου, δεν θα είχε υπάρξει τόσο αποτελεσματικό αν δεν συνοδευόταν από πολιτικές ηθικής απαξίωσης, μια τακτική που εφαρμόσθηκε για το σύνολο του ευρωπαϊκού νότου.

Συλλήβδην, το σύνολο του ελληνικού λαού -με την αυτοεξαίρεση μιας ελίτ πολιτικών, δημοσιογράφων, τραπεζιτών, και επιχειρηματιών-, έχει χαρακτηρισθεί ως ηθικά κατώτερο ανθρώπινο είδος, ως δυνάμει ή ενεργεία εγκληματικό, γεγονός που νομιμοποιεί την άσκηση αντιεγκληματικής και σωφρονιστικής πολιτικής, όσο και πολιτικών ασφάλειας- ήδη, το συμβατικό ποινικό δίκαιο μετασχηματίζεται σε «Ποινικό Δίκαιο του Εχθρού», έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στις νέες ανάγκες της κερδοφορίας του κεφαλαίου: η εναντίωση ή έστω η μη συμμόρφωση στις επιταγές της εξουσίας, εγκληματοποιείται και επιπλέον, νομιμοποιείται η προληπτική δίωξη για λόγους ασφάλειας.

Αυτός ο ιδιότυπος πολιτισμικός ρατσισμός που εκπορεύεται από τον ευρωπαϊκό βορρά, δεν διαφέρει από το ρατσισμό των αποικιοκρατών που με βάση τον κοινωνικό δαρβινισμό, νομιμοποίησε την άγρια εκμετάλλευση: ο «άγριος», ο ιθαγενής, όχι μόνο βρίσκεται στο κατώτερο σημείο της εξελικτικής κλίμακας του ανθρώπινου είδους-τη κορυφή της οποίας κατέχουν οι αποικιοκράτες-αλλά ταυτόχρονα, στερείται της ανθρώπινης ιδιότητας. Κατ’ ανάλογο τρόπο, στο εσωτερικό της ίδιας της Ευρώπης, με τη συνδρομή εγκληματολόγων τύπου Lobroso, τα κατώτερα εξαθλιωμένα στρώματα, από τη διαδικασία της βιομηχανοποίησης-μετά από τους νόμους περί αλητείας-κατηγοριοποιήθηκαν ως εγκληματικά στοιχεία προς αναμόρφωση και σωφρονισμό.

Μετά από δύο αιώνες σχεδόν δομικής αποικιοκρατίας, κατά την οποία η χώρα υπήρξε ένας δορυφόρος των μεγάλων δυνάμεων, καταδικασμένη σε άνιση ανάπτυξη σε σχέση με το βορρά, με μια αστική και πολιτική τάξη που ζούσε με τα δώρα των αποικιοκρατών, σε αγαστή συνεργασία μαζί τους, η νεοαποικιοκρατία επιφέρει τη χαριστική βολή. Στα πλαίσια της νεοαποικιοκρατίας, που απαιτεί μια αναδιάταξη των φυσικών και κοινωνικών πόρων στο εσωτερικό της Ευρώπης, ο πολιτισμικός ρατσισμός των ευρωπαίων αποικιοκρατών αποτελεί την αναγκαία συνθήκη για την άγρια εκμετάλλευση του ευρωπαϊκού νότου: νομιμοποιεί την απροκάλυπτη αρπαγή του πλούτου, την καταλήστευση του κοινωνικού κεφαλαίου, την άγρια εκμετάλλευση της εργασίας και τη βιολογική εξόντωση εκείνων όσοι αδυνατούν να προσαρμοστούν στις συνθήκες αγοραιοποίησης της κοινωνίας.

Η κατασκευή του «διεφθαρμένου» έλληνα, ενός κατώτερου πολιτισμικά ανθρώπου, συνοδεύεται από τα σχετικά τεκμήρια που αναδεικνύει το σύστημα των Μέσων Μαζικής Χειραγώγησης και ο «διπλός» λόγος του υπηρετικού πολιτικού προσωπικού: δημόσιος υπάλληλος με φακελάκι, γιατρός με καταθέσεις, αρτιμελής με αναπηρική σύνταξη, συνδικαλιστής και παροπλισμένος πολιτικός με μίζες, κτλ.. Αυτή η επίθεση στον κοινό νου, με τη μέθοδο της γενίκευσης, που επιφέρει τον κατακερματισμό της σκέψης, αφήνει εκτός βολής τους κατ’ εξοχήν υπεύθυνους: τους ευρωπαίους διαφθορείς, τους διαπλεκόμενους καναλάρχες και τα εγκληματικά κόμματα εξουσίας που θα έπρεπε να είχαν τεθεί εκτός νόμου από μια πραγματικά ανεξάρτητη δικαιοσύνη, το σαθρό θεσμικό πλαίσιο που παράγει τη διαφθορά, ως μέσο για την εσαεί κυριαρχία της άρχουσας τάξης και επιφέρει την απαξίωση συλλογικών ταυτοτήτων, και κυρίως την καταστροφή της πολιτισμικής ταυτότητας.

Οι νεοβάρβαροι καπιταλιστές, σχεδιάζοντας την κινεζοποιημένη «Ευρώπη του 2020», στην οποία οι «απασχολούμενοι» οφείλουν να κατέχουν τη θέση των νεοδούλων-και ιδιαίτερα οι πληθυσμοί του ευρωπαϊκού νότου-, αδυνατούν να εφαρμόσουν το σχέδιό τους χωρίς την συναίνεση των υπηκόων. Η στρατηγική κατακερματισμού των συλλογικών ταυτοτήτων, επιφέρει την διάλυση της ατομικής ταυτότητας, τη στροφή του ατόμου από την κοινωνία στην ψυχοπαθολογία, τη μετάθεση της οργής στους εξαθλιωμένους μετανάστες, την παγίδευση σε ιδεολογικά φαντάσματα και την υποταγή τελικά του κοινωνικού νου. Η κοινωνία φυλακή, η καθολική ιδρυματοποίηση αποτελεί μια πραγματικότητα.

Η ριζική αμφισβήτηση του καπιταλισμού, των θεσμών κυριαρχίας, του ολοκληρωτισμού της «Αγοράς», της υποταγής, των νεοβάρβαρων προπαγανδιστών και του ντόπιου υπηρετικού τους προσωπικού είναι δυνατόν να ανατρέψει τις επιβαλλόμενες κοινωνικές αναπαραστάσεις και την ηγεμονία των καταστροφέων της κοινωνίας. Να αποτρέψει την μετατροπή της κοινωνίας σε κοινωνία κάτεργο.


Σουλτάνης Γρ,

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

Κρίση Πολιτικής Νομιμότητας και Βία


«Είδα άνθρωπο να κλέβει και να εξαπατά με βία,
κι αυτή η βία του να 'ναι όλο δικαιοσύνη!
», Κλεοβουλίνη.


«Η καταδίκη της βίας» έχει απομείνει το μοναδικό μέσο για την άντληση πολιτικής νομιμοποίησης από μέρους του νεοφιλελεύθερου μπλοκ.
Η εγκαθίδρυση ενός ολιγαρχικού τεχνοκρατικού πολιτεύματος, μέσω οικονομικού καταναγκασμού, θέτει εν αμφιβόλω την πολιτική νομιμότητα της εξουσίας. Η δημοκρατική νομιμότητα, όσο και η εξαναγκαστική ισχύς και επιβολή του Δικαίου, βρίσκεται σε ευθεία συνάρτηση με τον αυτοκαθορισμό του λαού, έτσι ώστε, η διάρρηξη αυτής της σχέσης να λειτουργεί ακυρωτικά αναφορικά με την πολιτική νομιμότητα.

Η επιβολή ακραίας φτώχειας, ανεργίας, ελλιπούς εκπαίδευσης και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, όσο και μειωμένων εργασιακών δικαιωμάτων, ακυρώνει τα τυπικά ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, και τις ελευθερίες που προστατεύονται από το Σύνταγμα. Επιπλέον, η απώλεια εθνικής κυριαρχίας και η μεταβίβασή των κυριαρχικών δικαιωμάτων σε διεθνή ή υπερεθνικά όργανα-χωρίς αυτό να αποτελεί απόφαση του «κυρίαρχου λαού»- ακυρώνει όχι μόνο το πολίτευμα, αλλά και την έννοια της αυτόνομης κρατικής οντότητας.

Το επιχείρημα περί εκλεγμένων κυβερνήσεων, και της συναίνεσης που προκύπτει δια μέσου των εκλογών και του αντιπροσωπευτικού συστήματος, και που τάχα, επιτρέπει στην εκλεγμένη εξουσία να δρα εν λευκώ-ακόμη και ενάντια στα συμφέροντα του λαού και της χώρας-, αποτελεί έκφραση της ολιγαρχικής αντίληψης για τη Δημοκρατία. Διότι, αξιακά, δε νοείται ακόμη και αντιπροσωπευτική Δημοκρατία, χωρίς κάποιου είδους συλλογικής αυτονομίας των πολιτών και διαβουλευτικής έκφρασης αναφορικά με τη νομοθετική εξουσία.

Πολιτική νομιμότητα, σε αντίθεση με την πίστη στη κοινή νομιμότητα, είναι το κατά πόσο ένα πολιτικό σύστημα λειτουργεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να ανταποκρίνεται στις ανάγκες και τις αξίες της κοινωνίας. Γι αυτό, και κάθε μη αυτοδιαχειριζόμενο πολιτικό σύστημα προσπαθεί να κατασκευάσει συναίνεση και να πείσει για την νομιμότητά του, μέσα από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς.

Το «παράδοξο της Δημοκρατίας» βρίσκεται στο γεγονός ότι τα αυτοαποκαλούμενα δημοκρατικά πολιτεύματα, τύποις, επικαλούνται μεν την δημοκρατική νομιμότητα, ενώ αντλούν νομιμότητα από άλλες πηγές, μη δημοκρατικές. Η δημοκρατικότητά τους εξαντλείται στην εκλογική διαδικασία και την αντιπροσώπευση, ενώ είναι απούσα η συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων και η διαβούλευση, αναφορικά με το κοινό καλό. Έτσι, η άντληση νομιμοποίησης, αντί της δημοκρατικής αρχής, επιδιώκεται από την επίκληση στην τεχνοκρατία, σε υπερεθνικά όργανα, στην αξιοπιστία των κυβερνώντων, στη συλλογική ευημερία ή την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων.

Είναι φανερό ότι στα πλαίσια της οικονομικής παγκοσμιοποίησης και της ΕΕ, η κρίση νομιμότητας έχει χτυπήσει στο κόκκινο, αφού, μέσω της επίκλησης της έκτακτης ανάγκης, οι κυβερνήσεις, απροκάλυπτα πια, λειτουργούν ως μαριονέτες, για την εφαρμογή βάρβαρων πολιτικών που εξυπηρετούν αποκλειστικά τις διεθνείς ελίτ, καταπατώντας κάθε έννοια δημοκρατικότητας.

Κατ’ αυτό τον τρόπο, η κρίση πολιτικής νομιμότητας, το γεγονός ότι η κοινωνία αντιλαμβάνεται ότι το πολιτικό σύστημα δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες της, ότι είναι αναξιόπιστο και δεν διαθέτει κύρος, και ότι έχει προδώσει ακόμη και το τυπικό κοινωνικό συμβόλαιο, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την αμφισβήτηση του δικαιϊκού οικοδομήματος. Το πολιτικό σύστημα εκλαμβάνεται, όχι ως σύστημα που εξυπηρετεί το κοινό καλό, αλλά ως πηγή θεσμικής βίας, γεγονός που το καθιστά εχθρικό για την κοινωνία, και ηθικό αυτουργό της κοινωνικής αντιβίας.

Η κοινωνική αντιβία είναι απόρροια του γεγονότος, ότι το Δίκαιο βρίσκεται στην υπηρεσία των στενών συμφερόντων της εξουσίας, που αγνοεί τον δημοκρατικό αυτοκαθορισμό. Διότι για ποιο λόγο να υπακούσει ο πολίτης στο Δίκαιο, που παράγεται από ένα νομοθετικό σώμα, Δίκαιο, για το οποίο δεν κλήθηκε να συναποφασίσει και το οποίο στρέφεται εναντίον του; Ο σεβασμός στο Νόμο προϋποθέτει το σεβασμό στον δημοκρατικό αυτοκαθορισμό· και χωρίς αυτόν, ο Νόμος χάνει κάθε δεσμευτικότητα. Κατ’ ανάλογο τρόπο, γιατί ο πολίτης να υπακούσει σε μια εξουσία που δεν πηγάζει από τον δημοκρατικό αυτοκαθορισμό του λαού, αλλά αντίθετα, αυτονομιμοποιείται ή νομιμοποιείται από κέντρα όπως οι αγορές που επιβουλεύονται το κοινό καλό;

Η πολιτική αντιβία είναι απόρροια της μη νομιμοποιημένης εξουσίας που καταστρατηγεί την θεμελιώδη δέσμευση της δημοκρατικής πολιτείας: «Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους….».
Απαιτώντας τήρηση της νομιμότητας από τους υπηκόους, το νεοφιλελεύθερο μπλοκ προσπερνά πολύ εύκολα την ακροτελεύτια διάταξη του Συντάγματος, που νομιμοποιεί τόσο την πολιτική ανυπακοή, όσο και τη βία-ως δικαίωμα και υποχρέωση- έναντι των σφετεριστών της λαϊκής εξουσίας και των εξουσιών που πηγάζουν από αυτή: «O σεβασμός στο Σύνταγμα και τους νόμους που συμφωνούν µε αυτό, (και όχι όσων δεν συμφωνούν)…αποτελούν θεμελιώδη υποχρέωση….»· «H τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται µε κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να τα καταλύσει µε τη βία».

Η εναγώνια άντληση νομιμοποίησης μέσω επικοινωνιακών παιχνιδιών, και μέσα από τα Μαζικά Μέσα Χειραγώγησης, δεν μπορεί να επιλύσει το πρόβλημα. Γι αυτό και το τελευταίο χαρτί των νεοφιλελεύθερων καθεστώτων εξαίρεσης είναι ο περιορισμός των ορίων της τυπικής νομιμότητας, έτσι ώστε, μέσω κατασταλτικών πολιτικών, να ξεπεράσουν την κρίση πολιτικής νομιμότητας.

Ανεξάρτητα από το γεγονός της αντιδημοκρατικότητας της (νέο)φιλελεύθερης θεωρίας, που υποστηρίζει μάλλον ένα είδος «δημοκρατικής» δικτατορίας, η κρίση πολιτικής νομιμοποίησης οδηγεί αναπόφευκτα σε ένα νέο είδος ολοκληρωτισμού: εδραίωση του ποινικού κράτους, σε αντικατάσταση του κοινωνικού, και μετάλλαξη του ποινικού Δικαίου, στη βάση της θεωρίας του «εσωτερικού εχθρού» και του «Ποινικού Δίκαιου του Εχθρού».


Σουλτάνης Γρ.

Παρασκευή, 4 Οκτωβρίου 2013

Βία, Κράτος και Δικαιώματα


«Η εξουσία είναι να προκαλείς πόνο και να ταπεινώνεις. Η εξουσία είναι να κομματιάζεις το ανθρώπινο πνεύμα…(να δημιουργείς)…ένα κόσμο προδοσίας, φόβου, οδύνης….από ανθρώπους που συντρίβουν και άλλους που συντρίβονται», Τζ. Όργουελ.

Η υποκριτική καταγγελία της βίας ανήκει στη «διπλή γλώσσα» της εξουσίας· στη γλώσσα της χειραγώγησης. Αποσκοπεί στην πρόκληση διανοητικής σύγχυσης και στον εγκλωβισμό της κριτικής σκέψης στις εσωτερικευμένες επιταγές της εξουσίας· στην πρόσθετη θυματοποίηση του ήδη θύματος.

Η δαιμονοποίηση της βίας-της κοινωνικής βίας και αντιβίας- αποβλέπει στην απόκρυψη της άγριας εκμετάλλευσης που συντελείται από το σφετερισμό των μέσων επιβίωσης που είναι αναγκαία για την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών. Η ματαίωση και η διάψευση των ζωτικών αναγκών, η αδικία, είναι ο γεννήτορας της βίας· οι σφετεριστές των κοινωνικών αγαθών είναι οι ηθικοί αυτουργοί της βίας.

Σε μια περίοδο που η νεοφιλελεύθερη δολοφονική βία επιδιώκει την εξόντωση ανθρώπων, με την αποστέρηση των στοιχειωδών μέσων για την επιβίωση, ταυτόχρονα με την ψυχολογική και ιδεολογική βία, ο ηθικισμός της μη βίας αποτελεί όπλο νοητικού «χημικού πολέμου».



Βία και κατάσταση έκτακτης ανάγκης

«Ναι, το μονοπώλιο της βίας ανήκει μόνο στο δημοκρατικό κράτος και θα σας αλλάξουμε τα φώτα»
, Φ.Κρανιδιώτης.


Η χώρα βρίσκεται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης· σε μια συγκέντρωση εξουσίας και δύναμης, για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών που απειλούν την ασφάλειά της. Όμως, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η κατάσταση έκτακτης ανάγκης αναφέρεται στην ασφάλεια των δανειστών· στην ασφαλή κερδοφορία, στα πλαίσια της νεοφιλελεύθερης ΕΕ. Ο εχθρός προς τον οποίο στρέφεται η συγκέντρωση δύναμης και εξουσίας δεν είναι κάποιο απειλητικό φυσικό φαινόμενο ή μια εξωτερική απειλή. Αντίθετα, είναι ο εσωτερικός εχθρός εντός της υπερεθνικής Ευρώπης· οτιδήποτε αντιβαίνει την ασφαλή και επαρκή κερδοφορία του κεφαλαίου: πρώτιστα η αξία της εργασίας και του ατόμου, δεύτερον η ύπαρξη δημόσιων αγαθών, τρίτον το κοινωνικό κράτος και το αντιπροσωπευτικό πολίτευμα και τέταρτον οι συλλογικότητες.

Για να μπορέσει η ΕΕ να υποτάξει τους εχθρούς της κερδοφορίας είναι ανάγκη να παράγει νέο Δίκαιο έκτακτης ανάγκης: θεσμισμένες μορφές οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας· μορφές που συμπυκνώνουν μοντέλα ασκούμενης βίας και τα οποία διαρθρώνουν τις πολλαπλές μορφές της κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Τα μοντέλα βίαιης κυριαρχίας, ως ορθολογικά μοντέλα εργαλειακής διαχείρισης της κοινωνίας, εξυπηρετούν την αναπαραγωγή του οικονομικού συστήματος, με την εκμετάλλευση όλων των δυνατοτήτων της τεχνολογίας, του κρατικού μηχανισμού και των υπερεθνικών μηχανισμών παραγωγής βίας.

Η βία είναι κρατική και υπερεθνική. Το Δίκαιο έκτακτης ανάγκης, ως κατάσταση έκτακτης βίας, επιχειρεί να υπερκαλύψει το γεγονός ότι η επιδιωκόμενη κυριαρχία ολοκληρωτικού τύπου καταστρατηγεί το όποιο κοινωνικό συμβόλαιο. Γι αυτό και η παραγωγή της βίας είναι το μόνο νομιμοποιητικό μέσο.



Δομική και θεσμική βία


«Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να σκοτώσεις έναν άνθρωπο. Μπορείς να το μαχαιρώσεις στην κοιλιά, να του αρπάξεις το ψωμί απ’ το στόμα, να μην το γιατρέψεις από την ασθένεια που πάσχει, να τον βάλεις σε μια άθλια κατοικία, να τον εξοντώσεις βάζοντάς τον να δουλεύει μέχρι θανάτου, να τον οδηγήσεις στην αυτοκτονία, να το στείλεις στον πόλεμο. Λίγοι μόνο απ’ αυτούς τους τρόπους είναι απαγορευμένοι στο κράτος μας»
. Μ. Μπρέχτ


Η πολιτισμική βία είναι το σύνθετο ιδεολογικό, νοηματικό και συμβολικό πλαίσιο, με βάση το οποίο μια κοινωνία νομιμοποιεί την βία που παράγεται από τις κυρίαρχες ομάδες που ασκούν τον ιδεολογικό έλεγχο μιας κοινωνίας. Είναι η βία των ορισμών που καθορίζει το νοηματικό πλαίσιο ερμηνείας των κοινωνικών φαινομένων, καθιστώντας τη βία «φυσικό» φαινόμενο, και που ασκείται από εκείνους που κατέχουν το μονοπώλιο του Λόγου. Η πολιτισμική βία αποβλέπει στη συγκάλυψη της δομικής βίας που βρίσκεται στη δομή που συγκροτεί ένα οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό σύστημα.

Ο ορισμός της δομικής βίας από τον J. Galtung που πρώτος εισήγαγε τον όρο είναι ο εξής: «Η βία ορίζεται ως η αιτία της διαφοράς μεταξύ του εφικτού και του πραγματικού, μεταξύ του τι θα μπορούσε να είναι και τι είναι. Βία είναι αυτό που επαυξάνει την απόσταση μεταξύ του εφικτού και πραγματικού, και αυτό που εμποδίζει τη μείωση αυτής της απόστασης».

Αντίθετα από την άμεση βία στην οποία είναι εμφανής η σχέση υποκειμένου-αντικειμένου, η δομική βία είναι διαρθρωτική και ενσωματωμένη στη δομή. Για παράδειγμα, όταν η ελλιπής πρόσβαση στις ιατρικές υπηρεσίες επιφέρει την απώλεια ανθρώπινων ζωών, ενώ ταυτόχρονα η πρόσβαση σε αυτές είναι εφικτή στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα, συντελείται ένα είδος διαρθρωτικής ανθρωποκτονίας στην οποία ο δράστης είναι αθέατος. Η δομική βία είναι αόρατη γιατί ασκείται συλλογικά και διαχρονικά, και αποκρύπτεται από την κυρίαρχη ιδεολογική βία, όσο και την ακούσια συναίνεση.

Με τη δομική βία γίνεται η παγίωση σχέσεων εξουσίας, εκμετάλλευσης, ανισότητας, ανισόμετρης κατανομής του πλούτου και της γνώσης· πρόκειται για την θεσμοποίηση της μη ικανοποίησης των ανθρώπινων αναγκών και της μη πρόσβασης στα αγαθά του πολιτισμού, γεγονός που προκαλεί εκατόμβες θυμάτων σε καιρό ειρήνης. Είναι απόρροια των θεσμοθετημένων κοινωνικοοικονομικών δομών που ασκείται έμμεσα από τους φορείς της εξουσίας. Οι θεσμοί της ατομικής ιδιοκτησίας, της μισθωτής εργασίας, της μη συμμετοχής στην εξουσία και στις πολιτικές αποφάσεις, συντελούν στην δομική βία και αποτελούν τη βασική αιτία της κοινωνικής παρέκκλισης.

Επιπλέον, η θεσμική βία παράγει μια δευτερογενή βία που είναι άμεση και εξυπηρετεί τα επικαιρικά συμφέροντα και τις ανάγκες των εκάστοτε κυρίαρχων ιδεολογικά ομάδων συμφερόντων. Γι αυτό εντείνει τη δομική βία, την κοινωνική βία και αντιβία, και τις κοινωνικά αρνητικές καταστάσεις. Η επικαιρική θεσμική βία, αφενός εντείνει την δομική βία και αφετέρου προστίθεται στο κεφάλαιο της δομικής βίας, εκτός και αν μια νέα ισορροπία κοινωνικών δυνάμεων επιβάλλει την ανατροπή της.


Κράτος και πολιτισμική βία


Παρά την διαδεδομένη αντίληψη για τη βιολογική διάσταση της βίας, η βία παράγεται πολιτισμικά, μέσα από ένα σύνθετο πλέγμα εννοιών, συμβόλων και πρακτικών. Η βία δεν έχει υπόσταση, είναι ένα μέσο και γι αυτό υπάρχουν ποικίλες ποιότητες. Η ουσιοποίηση της βίας παραβλέπει το γεγονός ότι οι ανθρώπινες ταυτότητες κατασκευάζονται μέσα στην κοινωνική αλληλεπίδραση.

Στη φιλελεύθερη ηγεμονική παράδοση που έχει καταστεί παγκόσμια, ο καπιταλισμός, η φιλελεύθερη Δημοκρατία και το κράτος αποτελούν μια πολιτισμική κατασκευή νομιμοποίησης της βίας. Το κράτος δεν είναι μόνο ένας θεσμός παραγωγής κοινωνικοοικονομικής ανισότητας. Είναι ταυτόχρονα ένας θεσμός πολιτισμικής επιβολής μιας ορισμένης ιδεολογίας και κοσμοθεώρησης αναφορικά με τη φύση του ανθρώπου, της κοινωνίας και της εξουσίας.

Η θεώρηση του ανθρώπου ως αρπακτικού που επιδιώκει τη δύναμη και την εξουσία, της κοινωνίας ως πεδίου ανταγωνισμού ιδιοτελών ατόμων που επιδιώκουν με κάθε μέσο την κυριαρχία, και τέλος του κράτους, ως εγγυητή της ειρήνης με τη χρήση της βίας, επιβάλλει ένα μοντέλο διαχείρισης της ζωής και νομιμοποίησης μιας αυθαίρετης εξουσίας, αφού αυτή η ίδια νομιμοποιείται μέσα από την παραγωγή και αναπαραγωγή της βίας. Στα ιδεολογικά ρεύματα νομιμοποίησης της βίας μπορούν να ενταχθούν πολλές παραδόσεις που πρεσβεύουν παρόμοιες αντιλήψεις-ακόμη και η ψυχανάλυση- και κυρίως η εργαλειακή ιδεολογία του φιλελεύθερου οικονομισμού.

Η Δομική βία παράγεται μέσα στα όρια του έθνους-κράτους από τον ίδιο τον κρατικό θεσμό και ταυτόχρονα, δυνάμει της οικονομίας της αγοράς, το κράτος γίνεται αποδέκτης της διεθνούς βίας. Η πρωταρχική μορφή αυτής της εξωγενούς βίας είναι πολιτισμική, ιδεολογική και συμβολική και τέλος οικονομική. Τα μητροπολιτικά καπιταλιστικά κέντρα ασκούν άμεση ή έμμεση βία-θεσμική ή δομική- στα περιφερειακά κράτη, ενώ η ασυδοσία των πολυεθνικών έχει διαμορφώσει ένα νέο είδος υπερεθνικής δομικής βίας. Στο πλαίσιο αυτό, οι αναδιαρθρώσεις του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, με τη μορφή της οικονομικής βίας, εγγράφονται στα εθνικά κράτη, θεσμικά και δομικά, οδηγώντας σε μεγαλύτερη εξαθλίωση τις κοινωνίες.

Θεσμική, Οικονομική βία και Δικαιώματα

«Η λαϊκή κυριαρχία αποτελεί ένα των µύθων του νεωτέρου
δηµοσίου βίου, απλάς προλήψεις…(.)...πλάσµατα χωρίς περιεχόµενον
», Αλ. Σβώλος.

Λιτότητα είναι η λέξη που χρησιμοποιεί το γλωσσικό οπλοστάσιο της νεοφιλελεύθερης βίας για τον ευφημισμό της εξόντωσης ανθρώπων με τη χρήση μέτρων οικονομικού πολέμου. Η κλοπή της εργασίας και των αγαθών μιας κοινωνίας και η κεφαλαιοποίησή τους, είναι η συνέχιση του πολέμου με άλλα μέσα. Το καπιταλιστικό σύστημα θεσμίζει τον βιολογικό πόλεμο κάτω απ’ τον μανδύα της ελεύθερης αγοράς.

Η επίθεση που υφίσταται η ελληνική κοινωνία είναι ταυτόχρονα συμβολική, πολιτισμική, και θεσμική, ενώ η οικονομική μορφή πολέμου είναι η πιο άμεση, αφού αφορά την απροκάλυπτη οικονομική εξαθλίωση του ελληνικού λαού με πρόσχημα την «ανάπτυξη». Η καπιταλιστική αναδιάρθρωση σε επίπεδο ευρωπαϊκής ένωσης, η αναδιάρθρωση του οικονομικού μοντέλου συσσώρευσης με σκοπό την αύξηση της κερδοφορίας και την καταστροφή του μη παραγωγικού κεφαλαίου, απαιτεί την άσκηση υπερβάλλουσας θεσμικής βίας από μέρους του κράτους.

Η ασκούμενη θεσμική βία επιδιώκει την παγίωση νέων μορφών κυριαρχίας και κοινωνικής ανισότητας., σε αγαστή συνεργασία με διεθνή κέντρα ειδικευμένα στις οικονομική βία και τρομοκρατία όπως το ΔΝΤ.
Ταυτόχρονα, η ωμή κρατική βία έρχεται να συνδράμει τη θεσμική βία. Ο εκφυλισμός της φιλελεύθερης Δημοκρατίας και η επίθεση στα κοινωνικά δικαιώματα που είναι συνυφασμένα με το κοινωνικό κράτος, συμπαρασύρει τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα. Το νεοφιλελεύθερο κράτος γίνεται απειλητικό, οδεύοντας στην υποκατάσταση του κράτους πρόνοιας από το ποινικό κράτος επιτήρησης-η ποινικοποίηση της φτώχειας ανοίγει νέα πεδία κερδοφορίας για το κεφάλαιο.

Η κατά συρροή καταπάτηση του συντάγματος από την κυβέρνηση και τους δανειστές δεν αποτελεί πρόσκαιρο φαινόμενο που επιβάλλεται με την επίκληση της έκτακτης ανάγκης, αλλά μεθοδευμένη διαδικασία για την σταδιακή απαγόρευση και περιορισμό των πολιτικών δικαιωμάτων και της πολιτικής δράσης-χαρακτηριστικό παράδειγμα η αμφισβήτηση του δικαιώματος στην απεργία. Αποκορύφωμα του εκφυλισμού που διάγει ο φιλελεύθερος δημοκρατισμός είναι η απαγόρευση πολιτικών κομμάτων που αμφισβητούν τις οικονομικές και πολιτικές δομές (κείμενο για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας του συμβουλίου των Υπουργών της ΕΕ)· ιδέα που επιχειρεί να εισάγει η θεωρία περί «συνταγματικού τόξου» και η οποία δεν είναι καθόλου το αποκύημα της φαντασίας ενός ακροδεξιού συμβούλου.

Σε αυτό το πλαίσιο, η θεωρία του «συνταγματικού τόξου» και η ακροδεξιά ρητορεία που εκπορεύεται από τον ηγετικό πυρήνα της ΝΔ δηλώνει τον μετασχηματισμό αυτού του κόμματος στα πλαίσια της νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης. Σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, αποκαλύπτεται η αντιδημοκρατική φύση της φιλελεύθερης ιδεολογίας, για την οποία ο τυπικός προσεταιρισμός της δημοκρατικής ιδεολογίας υπήρξε μια τακτική κυριαρχίας, για τον εκβιασμό της συναίνεσης, και την απόκρυψη του ελιτισμού.

Η νομιμότητα που επικαλείται η Νέα Δεξιά είναι η νομιμότητα του ακορντεόν.
Τα όριά της-όπως και της Δημοκρατίας- ανοιγοκλείνουν ανάλογα με τις ανάγκες της κεφαλαιακής συσσώρευσης, της στυγνής δομικής και θεσμικής βίας.



Σουλτάνης Γρ.

Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

Φτιάχνοντας μια Χώρα με τις Λέξεις: «Νέα Ελλάδα»


«Εμπρός για μιαν Ελλάδα νέα, εμπρός, μ' ελληνική καρδιά….», Ύμνος της ΕΟΝ.


Δύο λέξεις είναι αρκετές για να φτιάξεις μια χώρα· κάτι παρόμοιο με το «Σουσάμι άνοιξε» ή το «Άμπρα-κατάμπρα».
Η «Νέα Ελλάδα» είναι το όραμα των νεοφιλελεύθερων μετα-εκσυγχρονιστών, σε αντίστιξη με τη «Νέα Ευρώπη» των ευρωγραφειοκρατών.
Τι είναι η «Νέα Ελλάδα»; Ο πρόεδρος της ΝΔ είναι σαφής: «Και τώρα πια, το καταλαβαίνει και ο Ελληνικός λαός: Ότι το όραμα της Νέας Ελλάδας, αφορά όλους, αγγίζει τους πάντες…..αυτή τη Νέα Ελλάδα την είχαν στο μυαλό τους και στην καρδιά τους, εκατομμύρια Έλληνες, πριν την πούμε εμείς».

Η νομιμοποίηση της «Νέας Ελλάδας» γίνεται με το επιχείρημα της «προσφυγής στο λαό» («ad populum»): η εξουσία «λέει», εκφέρει αυτό που ο «λαός» εμπεριέχει προλεκτικά· κατασκευάζει τον «λαό», και κατόπιν την ίδια την κοινωνική πραγματικότητα, εν ονόματι του ίδιου «λαού». Με το αντίστοιχο επιχείρημα της προσφυγής στην «έκτακτη ανάγκη», το κυβερνητικό μπλοκ παρανομοθετεί, με βάση το παρασύνταγμα των δανειστών, μετατρέποντας τη χώρα σε νεοαποικία υπό δίκαιο κατεχόμενης χώρας. Εδώ, η θεσμική επίθεση στο πραγματικό λαό γίνεται με την προσφυγή στη σωτηρία της χώρας.

Η αξίωση οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας μεταγράφεται σε λέξεις, με σκοπό την υποταγή των συνειδήσεων. Στην ιστορία των πολιτικών συνθημάτων, η χρήση του επίθετου «νέος/α» υποδηλώνει τη συντεταγμένη εξουσιαστική βία που επιζητά τον απόλυτο έλεγχο της κοινωνικής νόησης, την ολοκληρωτικού τύπου κατασκευή της κοινωνικής πραγματικότητας.


«Ισχυρή» και «Νέα Ελλάδα».


Η «Ισχυρή Ελλάδα» υπήρξε η Ελλάδα της κατασπατάλησης του πλούτου, του φετιχισμού των μεγάλων έργων, με την ταυτόχρονη διάλυση της παραγωγικής βάσης της χώρας· του Ελντοράντο των τραπεζών και του χρηματιστηρίου· της ευρωπαϊκής πορείας και της φιέστας των ολυμπιακών αγώνων· της ανάπτυξης και της ευημερίας που χαλκεύουν οι στατιστικές, και της επισφαλούς εργασίας. Ήταν η συμπληρωματική όψη της «ισχυρής Ευρώπης»· η επένδυση στην ισχύ, με την έννοια της ψευδοευημερίας, μέσω της κατανάλωσης που χρηματοδοτεί έναν παραπαίοντα καπιταλισμό, και ταυτόχρονα παγιώνει τη δομική άνιση ανάπτυξη μεταξύ ευρωπαϊκού βορά και νότου. Γι αυτό και το σύνθημα «Ισχυρή Ελλάδα» δεν επιδιώκει μόνο την υποταγή· προτρέπει σε πράξεις ισχύος, μεθερμηνευόμενες σε ικανότητα κατανάλωσης.

Η «Νέα Ελλάδα» επενδύει στο «νέο», στον υπαινιγμό της νεότητας, στο καινούργιο που αντιπαρατίθεται στο παλιό, στην αλλαγή και τη ρήξη με το παρελθόν. Ο φετιχισμός του «νέου» υπονοεί την αέναη πρόοδο. Η εξουσία είναι η μόνη αρμόδια για τον ορισμό του «νέου», το οποίο καλείται να εμπιστευτεί η κοινωνία παθητικά, χωρίς σκέψη. Η εξουσία επιδιώκει τη νομιμοποίηση, λόγω της ικανότητάς της να επιφέρει το νέο, τη μεταβολή· ένα είδος εξουσίας «δόκτωρ Τζέκιλ και Χάιντ» που γνωρίζει να μεταμορφώνει το παλιό σε νέο, να καταργεί το χρόνο, τη μνήμη και την ιστορία. Η «Νέα Ελλάδα» είναι συνέχεια της «επανίδρυσης του κράτους» και του «σεμνά και ταπεινά». Η διαφορά έγκειται στο ότι οι φορείς της αντικαθιστούν την επίκληση του έθνους, με την επίκληση των αγορών. Η νομιμοποίηση αντλείται από τις νεο-αποικιοκρατικές δυνάμεις της «Νέας Ευρώπης» των αγορών, οι οποίες ασκούν άμεσα κυριαρχικά δικαιώματα στη νεο-αποικία.

Η «Νέα Ελλάδα» της ανασφάλειας, του φόβου, του τρόμου, της επισφάλειας και της οδύνης είναι η Ελλάδα της αντιμεταρρύθμισης και της αντεπανάστασης· της πραγμοποίησης, του εξευτελισμού και της απαξίωσης, χωρίς κοινωνικό κράτος και εργασιακά δικαιώματα: το εργαλείο στα χέρια της ευρωπαϊκής ελίτ, μέσω του οποίου επιχειρείται το πείραμα της εκποίησης λαών και χωρών.

Από τη Φιλελεύθερη στην άκρα Δεξιά.


Το σύνθημα «Νέα Ελλάδα», ως λεκτική συμπύκνωση των ιδεολογικών στοχεύσεων της εξουσίας, αποβλέπει στην χειραγώγηση, με τον ευφημισμό της εφιαλτικής πραγματικότητας που δημιουργεί η ολοκληρωτική επίθεση του κεφαλαίου και που ευθέως παραπέμπει σε καιρούς κυριαρχίας της άκρας Δεξιάς. Υπάρχει μια συνέχεια με τα συνθήματα που παρήγαγε το «Υπουργείο Τύπου και Τουρισμού»-βασικό όργανο της καθεστωτικής προπαγάνδας-του μεταξικού καθεστώτος: «Νέα Ζωή», «Νέον Κράτος» «Νέα Ελλάδα» και «Νέος ή Γ΄ Ελληνικός Πολιτισμός», που δεν είναι μόνο συμβολική.

Η αναστολή θεμελιωδών άρθρων του συντάγματος, με την παράλληλη λειτουργία του παρασυντάγματος του μνημονίου, καταργεί συμβολικά τη μεταπολίτευση, δημιουργώντας συνθήκες επιστροφής σε περιόδους κατάλυσης της Δημοκρατίας..
Η αδυναμία να υπάρξει μια συντονισμένη αντίδραση στην επιβολή του παρασυντάγματος, που διαρκεί τρία χρόνια, σε συνδυασμό με την πρόθεση της ΕΕ να επιβάλλει την αντικατάσταση του συντάγματος από το παρασύνταγμα, δείχνει ότι η επίκληση της «κατάστασης έκτακτης ανάγκης» θα παραταθεί έως ότου επιτευχθούν οι στόχοι του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, παγιώνοντας τη «συνταγματική δικτατορία».

Οι σκοποί του νέου αυταρχικού κράτους είναι πολιτικοί, κοινωνικοί και οικονομικοί: πρώτα, η απώλεια της εθνικής κυριαρχίας- συνηγορεί η παραίτηση από την ασυλία λόγω εθνικής κυριαρχίας-με στόχο την ευρωπαϊκή ενοποίηση· δεύτερο, το ξεπούλημα του δημόσιου τομέα-σημαντικό για την αύξηση της κερδοφορίας του ευρωπαϊκού κεφαλαίου· τρίτο, η συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους και η κατάργηση του εργατικού δικαίου· και τέταρτο, η ιδεολογική αναμόρφωση της κοινωνίας, με τέτοιο τρόπο, ώστε να γίνει εφικτή η αναγκαία κοινωνική συναίνεση και νομιμοποίηση της νέας διακυβέρνησης και εξουσίας.

Συνέπεια είναι το τέλος της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και του κράτους, όπως έγινε η διαμόρφωσή τους από το δεύτερο πόλεμο και μετά, με τον κυρίαρχο τόνο να δίνεται από την συνθήκη «Ευρώπη 20020»-όπως και το «Σύμφωνο για το Ευρώ»-, δημιουργώντας τεχνητή «κατάσταση» και «Δίκαιο έκτακτης ανάγκης» για όλη την Ευρώπη. Δεν πρόκειται για κυριαρχία της ελληνικής Δεξιάς, αλλά συνολικά της ενοποιημένης ευρωπαϊκής Δεξιάς, που υπερβαίνει τα όρια διαφοροποίησής της από την ακροδεξιά.

Η μετακίνηση της φιλελεύθερης Δεξιάς προς την ακροδεξιά-μια διαδικασία που ξεκινάει τουλάχιστον από δύο δεκαετίες-είναι ακριβώς το γεγονός που ωθεί στην πολιτική ένταξη στο χώρο της ακραίας ή ριζοσπαστικής Δεξιάς, όχι μόνο στη Ελλάδα αλλά και σε όλη την Ευρώπη. Η (νέο)φιλελεύθερη ρητορεία υπερκαλύπτει το γεγονός ότι η Νέα Δεξιά τείνει να συμπυκνώσει τρείς παραδόσεις: τη φιλελεύθερη, τη συντηρητική και τη σοσιαλδημοκρατική.

Αυτό σημαίνει μία πρωτοφανή συρρίκνωση του πολιτικού φάσματος, την έλλειψη εναλλακτικών επιλογών, δημιουργεί την αίσθηση μιας συμπαγούς ολοκληρωτικής εξουσίας υπό την κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου και την απαξίωση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Επιπλέον, η οικειοποίηση αυταρχικών πολιτικών και η επίκληση μιας συνεχούς «κατάστασης έκτακτης ανάγκης» που καταπατεί τα κοινωνικά και ατομικά δικαιώματα, και μετατρέπει το κράτος σε ένα είδος νομιμοποιημένου παρακράτους, οδηγούν στην απαξίωση συνολικά το πολιτειακό σύστημα. Συνέπεια είναι ότι η κριτική στάση-αν όχι αμφισβήτηση- του συστήματος, εξ ανάγκης οδηγεί κυρίως στη ριζοσπαστική δεξιά και εν μέρει στην αριστερά.

Από αυτή τη σκοπιά, η άνοδος της Χρυσής Αυγής αποτελεί συνέπεια της πολιτικής των δύο πρώην μεγάλων κομμάτων. Η περαιτέρω ενδυνάμωση, κοινωνική κυριαρχία, και πιθανόν, η πολιτική επικράτησή της, θα συντελεστεί με έναν «φυσιολογικό» τρόπο: θα εφαρμόσει τις παρασυνταγματικές μεθόδους του δικομματισμού. Δηλαδή, τις πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, τη διαδικασία του κατεπείγοντος και την επίκληση της «έκτακτης ανάγκης», για την εγκαθίδρυση μιας «συνταγματικής δικτατορίας».


Ιδεολογικός Πόλεμος και Δεξιά Καθαρότητα


Η χώρα ζει σε κατάσταση πολέμου· ένα πόλεμο που κήρυξε το ευρωπαϊκό και διεθνές κεφάλαιο και που απειλεί την κοινωνία, τους δημοκρατικούς θεσμούς και την εθνική υπόσταση του κράτους-έθνους. Το παράδοξο σε αυτό το νέο πόλεμο, που ενδύεται το μανδύα της οικονομίας, είναι ότι η ελληνική ελίτ αποτελεί στρατηγικό εταίρο των επιτιθέμενων.

Το πρόβλημα που ενσκήπτει, αναφορικά με την επιτυχία της επίθεσης, αφορά την κοινωνική συναίνεση, που είναι αδύνατη χωρίς την ιδεολογική κυριαρχία. Αν ο νεοφιλελεύθερος συνασπισμός αποτύχει, αναφορικά με την ιδεολογική χειραγώγηση, η επίθεση του κεφαλαίου θα μετατραπεί σε παταγώδη ήττα. Ο πρόεδρος της ΝΔ είναι πάλι σαφής: «Αναφέρθηκα ήδη, από καιρό, σε ένα πάρα πολύ σημαντικό θέμα που λέγεται αγώνας των ιδεών. Πίστευα πάντα και πιστεύω, σήμερα περισσότερο από ποτέ, ότι δεν είναι δυνατόν να κυβερνήσεις μια χώρα, χωρίς να δίνεις και χωρίς να κερδίζεις τη μάχη των ιδεών. Και – πολύ περισσότερο – δεν μπορείς να αλλάξεις τη χώρα, αν δεν δίνεις συνεχώς τη μάχη των ιδεών». ομιλία στην πολιτική επιτροπή της ΝΔ, 7/7/2013. (Παρεμπιπτόντως, στην εν λόγω σύντομη ομιλία, η λέξη «ιδέες» αναφέρεται 17 φορές και τα ονόματα «Ελλάδα» και «Νέα Ελλάδα» 22).

Η στρατηγική του νεοφιλελεύθερου συνασπισμού αναφορικά με την επιτυχία της ιδεολογικής κυριαρχίας της «Νέας Ελλάδας», επικεντρώνεται κυρίως στην καταγγελία της μεταπολίτευσης. Η Ελλάδα της μεταπολίτευσης-ανεξάρτητα από την όποια κριτική- είναι συνυφασμένη με την οικοδόμηση μιας δημοκρατικής πολιτείας, του κοινωνικού κράτους, και της αναγνώρισης πολιτικών, κοινωνικών και εργασιακών δικαιωμάτων.

Τα επιτεύγματα αυτά, συντελέστηκαν σε συνθήκες ευρείας διείσδυσης των σοσιαλδημοκρατικών ιδεών, γεγονός που υπήρξε καθοριστικό για την πολιτική και κοινωνική κινητικότητα αυτής της περιόδου.
Η συμβολική απαξίωση της μεταπολίτευσης και η διακήρυξη του τέλους της, με την αρχή της νέας-μεταπολίτευσης -όπως διατυμπανίζει η Νέα Δεξιά-, αποτελεί την αναγκαία συνθήκη για τη νομιμοποίηση της ακροδεξιάς στροφής των δύο εταίρων του δικομματισμού και των αντιδημοκρατικών και αντιλαϊκών μέτρων.

«…δεν θα βγούμε από το αδιέξοδο που αντιμετωπίζουμε, αν η «κεντροδεξιά» δεν απαρνηθεί πλήρως τις σοσιαλιστικές καταβολές του όποιου-φιλελευθερισμού (x-φιλελευθερισμού) επικαλείται, για να δικαιολογήσει τον κοινωνικό χαρακτήρα των δημόσιων επιλογών της», διατείνονται οι θεωρητικοί της Νέας Δεξιάς.

Στο ίδιο μήκος κύματος, έχει εισαχθεί η ιδέα της «ηγεμονίας της αριστεράς», ηγεμονία που υποτίθεται είναι υπεύθυνη για τη χρεοκοπία της χώρας-μια ιδέα που επαναλαμβάνεται αδιάλειπτα από τα ακροδεξιογενή στοιχεία της ΝΔ. Αν βέβαια υπήρξε κάποιου είδους ηγεμονία, αυτή αφορά τις σοσιαλδημοκρατικές ιδέες-οι οποίες ανιχνεύονται ακόμη και στην ιδρυτική διακήρυξη της ΝΔ-, που πολύ σύντομα πάντως έδωσε τη θέση της στην νεοφιλελεύθερη ηγεμονία. Ο «ριζοσπαστικός φιλελευθερισμός» του Κ. Καραμανλή εντάσσεται στα πλαίσια της φιλελεύθερης διακυβέρνησης του New Deal και αναφέρεται στον παρεμβατικό ρόλο του κράτους, ως προς ένα ρυθμισμένο καπιταλισμό, και που αποτελεί άλλωστε τον πυρήνα της «λαϊκής Δεξιάς». Στην πραγματικότητα, η αμφισβήτηση της υποτιθέμενης «αριστερής ηγεμονίας»-της φιλελεύθερης σοσιαλδημοκρατίας-υποσκάπτει το ίδιο το κόμμα της ΝΔ.

Εντούτοις, η συμβολική χρήση αυτού του πολεμικού λόγου επιδιώκει την απαξίωση της μεταπολίτευσης και τη νομιμοποίηση της δεξιάς στροφής, με την έννοια της ιδεολογικής δεξιάς καθαρότητας. Στο πλαίσιο αυτό, οι ιδεολόγοι της Δεξιάς επανεισαγάγουν τον όρο «κοινωνικός φιλελευθερισμός», ενώ ταυτόχρονα ομνύουν στην νεοφιλελεύθερη «Κοινωνική Οικονομία της Αγοράς», δημιουργώντας ακόμη μεγαλύτερη σύγχυση, που εξωθεί την λαϊκή Δεξιά προς το χώρο της ριζοσπαστικής Δεξιάς. (Ο πρόεδρος του Χριστανοδημοκρατικού κόμματος διατείνεται ότι το κόμμα του είναι η «κανονική» ΝΔ-και δεν έχει άδικο!).

Είναι αβέβαιο αν με την ιδεολογική σύγχυση που επικρατεί στο δεξιό-όπως και το σοσιαλδημοκρατικό- στρατόπεδο είναι δυνατή κάποιου είδους μάχη των ιδεών, εκτός από επικοινωνιακές πομφόλυγες. Σε κάθε περίπτωση, ευνοημένος είναι ο χώρος της ριζοσπαστικής Δεξιάς, που ενδυναμώνεται από την ιδεολογική σύγχυση και αυτοδιάλυση της πρώην «κεντροδεξιάς», όσο και από τις νέες μνημονιακές ακροδεξιές μεθόδους διακυβέρνησης.
Το όραμα της «Νέας Ελλάδας», όπως και η ιδεολογική απαξίωση της μεταπολίτευσης, δουλεύει αποκλειστικά για το ριζοσπαστικό-ακροδεξιό στρατόπεδο, ανεξάρτητα από το εάν οι νεοφιλελεύθεροι εμπνευστές του προσβλέπουν σε εφήμερα οφέλη, αγνοώντας τις συνέπειες των επιλογών τους.

Σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, ο νεοφιλελεύθερος μετασχηματισμός της Ευρώπης-όπως και στη περίπτωση της Βαϊμάρης-, εκτός από το ανυπολόγιστο κοινωνικό, ανθρώπινο και πολιτισμικό κόστος, έχει επίσης ένα σοβαρό πολιτικό κόστος: αποτελεί απειλή για τη Δημοκρατία και τους θεσμούς.

Σουλτάνης Γρ.

Σάββατο, 24 Αυγούστου 2013

Σύνθημα και Εξουσία: Μονοπώλιο της Βίας και Μονοπώλιο του Λόγου.


Η ιστορική εμπειρία, δείχνει ότι το πολιτικό σύνθημα που εκφέρεται από την κατεστημένη εξουσία, είναι ικανό να μεταστρέψει και να καλύψει, να προτρέψει και να μεταλλάξει, να παραπλανήσει και να ντύσει την πραγματικότητα με ένα υπνωτικό πέπλο, έτσι ώστε αυτή, να φαίνεται σαν κάτι που δεν είναι ή έστω να γίνεται δυσδιάκριτη, σαν σε μισοσκόταδο. Σε κάθε περίπτωση, είναι ικανό να προκαλέσει κοινωνικές πράξεις ή τουλάχιστον να επιφέρει σύγχυση. Αυτή είναι και η διαφορά του από το σύνθημα της πολιτικής διεκδίκησης, που κατά κάποιο τρόπο, επιχειρεί να αναδείξει και να φωτίσει κρυμμένες σχέσεις και όψεις της κοινωνικής πραγματικότητας.

«Οι λέξεις μοιάζουν να μετατρέπονται σε βλήματα που εκτοξεύονται εναντίον κάποιου, με τη βεβαιότητα ότι μπορούν να δράσουν και να επιφέρουν το επιθυμητό αποτέλεσμα», γράφει ο διαπρεπής γλωσσολόγος Α. Φ. Χρiστίδης, αναφερόμενος στις παραδόσεις της λαϊκής μαγείας, σύμφωνα με την οποία, ο λόγος, δεν είναι κάτι ξεχωριστό από τα πράγματα, αλλά ανήκει σε αυτά, είναι μέρος της φύσης τους. Φυσικά, προϋπόθεση για τη λειτουργία της μαγικής γλώσσας, είναι το πλαίσιο της μαγικής τελετουργίας, που χρησιμοποιεί το λόγο, την χειρονομία και την χρήση αντικειμένων, και που σύμφωνα με τον L. Strauss, αποτελεί την αναγκαία συνθήκη για την παράκαμψη του λόγου-παρότι η παράκαμψη αυτή συντελείται και μέσω κατάλληλου χειρισμού της ίδιας της γλώσσας. Ο M. Elliade θα προσθέσει, ότι τόσο η μαγική γλώσσα όσο και η ίδια η τελετουργία, τελεσφορούν, με την προϋπόθεση ότι επαναλαμβάνουν μια πράξη που έχει ήδη τελεσθεί από ένα Θεό, έναν ήρωα ή ένα πρόγονο.

Κατά παράδοξο τρόπο, η αποτελεσματικότητα των εξουσιαστικών συνθημάτων, φαίνεται να ερμηνεύεται με επάρκεια από τα παραπάνω εξηγητικά σχήματα. Πράγματι, ενώ η χρήση των εξουσιαστικών συνθημάτων, έχει εξυπηρετήσει επανειλημμένα την νομιμοποίηση χρεοκοπημένων καθεστώτων, εντούτοις, συνθήματα με παρόμοιες λέξεις, καθώς ξαναχρησιμοποιούνται από καθεστώτα που επιδιώκουν την κυριαρχία, φαίνεται να χαίρουν αποτελεσματικότητας. Ο πολιτικός ρήτορας, όντως, χρησιμοποιεί τις λέξεις με τέτοιο τρόπο, ως εάν να επιχειρεί να εκβιάσει την πραγματικότητα, στο να λειτουργήσει προς την επιθυμητή κατεύθυνση. Ταυτόχρονα, αυτή η διαδικασία, τελείται στα πλαίσια ενός πολιτικού τελετουργικού, που χρησιμοποιεί το λόγο, τις χειρονομίες και τη κατάλληλη διακόσμηση (κομματικό ακροατήριο, ΜΜΕ κτλ.). Επιπλέον, ο ρήτορας, αναπαράγει μια διαδικασία που έχει τελεσθεί στο παρελθόν, από τους πολιτικούς του προγόνους, γεγονός που αποδίδει στο λόγο του την αρχετυπική διάσταση.

Αυτή η μαύρη ή γκρίζα μαγεία του εξουσιαστικού συνθήματος, δεν μπορεί να διαχωριστεί βέβαια από το γεγονός ότι το κράτος κατέχει το «μονοπώλιο της βίας» και επιπλέον, από το γεγονός ότι οι δυτικές κοινωνίες υπάρχουν για, και διαμέσου το κράτους. Το κράτος είναι η συσκευή συσσώρευσης της διάχυτης εξουσίας και οι φορείς του κράτους, λειτουργούν σαν τους διακόπτες που κατευθύνουν την εξουσιαστική ενέργεια.

Όμως το «μονοπώλιο της βίας», δεν μπορεί να διαχωριστεί από το «μονοπώλιο του Λόγου». Όπως αναφέρει ο ανθρωπολόγος P.Clastres, «η άσκηση της εξουσίας εξασφαλίζει τη κυριαρχία του λόγου». Ο άνθρωπος της εξουσίας, δεν διενεργεί απλά και μόνο την πράξη της ομιλίας αλλά μέσω του κύρους και της κυριότητας του λόγου, εκφέρει άμεση ή έμμεση προσταγή, παράγει την σχέση εντολέα και εντολοδόχου, όσο και το χώρο που διαμεσολαβεί. Κατασκευάζει τον τρόπο με τον οποίο ο υπήκοος οφείλει να κατανοεί τον εαυτό του και την κοινωνική πραγματικότητα· την ίδια την κοινωνική σχέση. Ο φορέας της εξουσίας είναι η πηγή του «νόμιμου λόγου»· ο κύριος του λόγου, που ασκεί κυριαρχία μέσω αυτής της διαδικασίας. Η ίδια η νομιμοποίηση της εξουσίας και του κράτους συντελείται με πράξεις λόγου, έτσι ώστε η διάκριση εξουσίας και λόγου να είναι σχεδόν αδύνατη. Η τελετουργία, οι διακρίσεις και η ιεραρχία, ως προϋπόθεση της εξουσίας, νομιμοποιείται μέσω του λόγου. Γι αυτό και «Εν αρχή ην ο Λόγος», που είναι η προϋπόθεση, η ουσία και η συνέπεια της εξουσίας.

Ο λόγος του κοινού πολιτικού ρήτορα δεν έχει καμιά τύχη. Αντίθετα, ο ρήτορας που είναι ενδεδυμένος με το κύρος της εξουσίας, όπως ένας πρωθυπουργός, είναι ικανός να επιβάλλει το λόγο και μέσω αυτού, να υποκαθιστά την πραγματικότητα. Εκ των υστέρων και όταν διαλυθεί η «μαγεία», μετά την απώλεια της εξουσιαστικής θέσης, ο λόγος του μπορεί να γίνει αντικείμενο περιφρόνησης ή γέλωτα. Ο λόγος παρέμεινε ο ίδιος· αυτό που άλλαξε, είναι η απουσία της τυπικής εξουσίας, που είναι ικανή να πραγματοποιεί το λόγο. Άλλαξε επιπλέον μια πρόσθετη παράμετρος: ο εξουσιαστικός λόγος εμπεριέχει δύναμη, όταν απευθύνεται προς ένα συγκεκριμένο ακροατήριο. Και στη περίπτωση ενός πρωθυπουργού, το ακροατήριο είναι η εθνική κοινότητα. Ο ρήτορας συνδιαλέγεται με το έθνος, όχι με μια ομάδα εντός του έθνους. Γι αυτό και η πράξη του λόγου του, εγγράφεται σε ένα «θρησκευτικό» πλαίσιο. Ένας πρωθυπουργός επικαλείται το έθνος για την ισχυροποίηση του λόγου του. Η «ιερότητα του έθνους», είναι κι αυτή μια προϋπόθεση, έτσι ώστε ο εξουσιαστικός λόγος να ενδυθεί, όχι μόνο με την ισχύ και την τελετουργία, αλλά και με την διάσταση του ιερού.

Σουλτάνης Γρ.

Κυριακή, 4 Αυγούστου 2013

Εξουσία και χειραγώγηση: Μετατρέποντας τη κρίση της Ευρωζώνης σε Ελληνικό πρόβλημα


«Η εξουσία είναι πανταχού παρούσα….Παντού, ωστόσο, και πάντοτε το πρόσωπό της είναι το ίδιο, απεχθές και μιαρό, αντιλαϊκό και ανήθικο» Κ. Σιμόπουλος, Η Διαφθορά της Εξουσίας.




Ποιο είναι το αόρατο χέρι που στρέφει το όπλο και πατάει την σκανδάλη ενάντια σε γνωστούς ή άγνωστους συμπατριώτες μας; Που στήνει την αγχόνη και κάνει τα σώματα να αιωρούνται στο χορό του θανάτου; Που κάνει τον ελληνικό λαό να είναι ο πιο απαισιόδοξος στην Ευρώπη; Που εξαπλώνει τις ψυχοσωματικές ασθένειες στο μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού; Που διαβρώνει μέρα τη μέρα τη κοινωνική συνοχή και επιβάλλει την φτώχεια, την ανέχεια, την υποτίμηση, τη φυγή και την απαξίωση;

Ο κάθε αυτόχειρας φαινομενικά σκοτώνει τον εαυτό του. Δεν είναι όμως έτσι! Το όπλο που καρφώνει τη σφαίρα στο κρανίο όπως και η αγχόνη που σφίγγει το λαιμό, στοχεύει την εξουσία. Στοχεύει τον εξουσιαστικό λόγο. Η αυτοκτονία είναι ίσως η κατεξοχήν συμβολική πράξη δολοφονίας του εξουσιαστικού λόγου. Ενός λόγου που έχει γίνει βιολογικός και είναι εγκατεστημένος στο μυαλό του ανθρώπου, που έχει ριζώσει και κατευθύνει τις σκέψεις, τα συναισθήματα και την συμπεριφορά και που συχνά ονομάζεται «ηθική συνείδηση», «Υπερεγώ» ή «εσωτερικός κριτής». Γι αυτό άλλωστε η εξουσία κρατά μια αμφίθυμη στάση απέναντι στον αυτόχειρα. Από τη μια αδιαφορεί και από την άλλη επιδιώκει την μεταθανάτια τιμωρία του, για την δολοφονία του εσωτερικού ειδώλου της εξουσίας. Τον απαξιώνει καθιστώντας τον ανώνυμο και ένοχο, τον καταδικάζει στην υπαρξιακή σιωπή.

Ο Δημήτρης Χριστούλας, για την εξουσία δεν ήταν παρά ο «77χρονος φαρμακοποιός», ενώ από το σημείωμα που άφησε, τα κυρίαρχα ΜΜΕ απέκρυψαν τη σημαντικότερη αναφορά του: «Επειδή έχω μια ηλικία που δεν μου δίνει την ατομική δυνατότητα δυναμικής αντίδρασης (χωρίς βέβαια να αποκλείω αν ένας Έλληνας έπαιρνε το καλάσνικωφ ο δεύτερος θα ήμουν εγώ) δεν βρίσκω άλλη λύση από ένα αξιοπρεπές τέλος πριν αρχίσω να ψάχνω τα σκουπίδια για την διατροφή μου». Και φυσικά η κοινωνική απάθεια μπροστά στο συνεχιζόμενο έγκλημα που διαπράττεται καθημερινά, μπορεί να ερμηνευθεί ίσως μόνο μέσω της αποτελεσματικότητας της εξουσιαστικής ψυχοτρομοκρατίας. Η διασπορά του φόβου και του τρόμου διαπλάθει μια σιωπηλή φάρμα υπηκόων που κατατρύχεται από την ίδια την ψυχοπαθολογία της.

Ο ατομικισμός, το θεμέλιο της φιλελεύθερης ιδεολογίας αποδεικνύεται-όπως και τόσες φορές-ως το πιο αποτελεσματικό όπλο μαζικής καταστροφής στα χέρια της εξουσίας. Είναι φανερό ότι μόνο η αλληλεγγύη, η αλληλοβοήθεια, οι ισχυροί κοινωνικοί δεσμοί και οι οργανωμένες συλλογικότητες, αποτελούν τα μέσα για την άμυνα του ατόμου και της κοινωνίας έναντι της «μιαρής και ανήθικης εξουσίας».

Για τους πάσης φύσεως ειδικούς και ειδικά για την κάστα των καθεστωτικών οικονομολόγων, ο αφανισμός χιλιάδων ανθρώπων είναι μέρος από τις παράπλευρες απώλειες της οικονομικής «ανάπτυξης». Η οικονομική κρίση και οι πολιτικές λιτότητας εξισώνονται με την κακοκαιρία και τον σεισμό. Η φυσικοποίηση των πολιτικών και οικονομικών αποφάσεων είναι ένας έτερος ιδεολογικός μηχανισμός της παραπλάνησης και της πειθάρχησης. Για την εξουσία, ο αφανισμός αυτός είναι η τελετουργική θυσία που θα διαγράψει την συλλογική ενοχή γιατί οι νεοέλληνες απήλαυσαν μια τριφηλή ζωή με «με ούζο και Ζορμπά».

Η ελληνική κοινωνία βιώνει τον οικονομικό ολοκληρωτισμό. Η οικονομική ιδεολογία είναι πια το φονικότερο όπλο του 21ου αιώνα. Δεν χρειάζεται οι πληθυσμοί να μετακινούνται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, αφού ο εξορθολογισμός της εξουσίας επιτρέπει την κατασκευή επιτόπιων αθέατων στρατοπέδων. Όπως έχει γράψει ο Jean Améry, ο φιλόσοφος του Auschwitz:«Η πολιτική του Χίτλερ δεν είναι κάτι συγκυριακό. Η επανάληψή της-στον 21ο αιώνα- δεν θα υποκινείται πια από περιθωριακές ναζιστικές ομάδες αλλά από βασικά κέντρα εξουσίας».

Ο πρώην πρωθυπουργός ΓΑΠ, περιγράφοντας την απόφαση που πάρθηκε μέσα σε 10 λεπτά ώστε η Χώρα να τεθεί υπό την διοίκηση της τρόικα, αναφέρει ότι η καταδικαστική απόφανση των Ευρωπαίων ήταν άμεση: "Τιμωρείστε αυτούς τους ανήθικους, τους τεμπέληδες, που πίνουν ούζο και χορεύουν Ζορμπά, Έλληνες. Αυτοί είναι το πρόβλημα". Ανεξάρτητα από την αλήθεια ή όχι του ισχυρισμού, είναι γεγονός ότι εμπεριέχει την αντίληψη της νέας διακυβέρνησης.

Η νεοφιλελεύθερη διακυβέρνηση, αντίθετα από την φιλελεύθερη διακυβέρνηση της πειθάρχησης και την ναζιστική της τιμωρίας, συνιστά την τεχνολογική διαχείριση της πειθάρχησης και της τιμωρίας με τέτοιο τρόπο, ώστε να αποφέρει κέρδη. Η λογική της νέας εξουσίας του τρόμου είναι απλή: διάχυση του φόβου και του τρόμου, κατασκευή ενόχων, κεφαλαιοποίηση των θυμάτων και διαχείριση της κατάστασης με τέτοιο τρόπο ώστε να παραχθεί κέρδος. Κατ’ αυτό τον τρόπο οι σπασμωδικές κινήσεις των θυμάτων εγγράφονται ως οικονομικές πράξεις και συνεισφέρουν στην οικονομική μεγέθυνση. Η μίξη καλβινιστικής και καπιταλιστικής ηθικής είναι ο πυρήνας του νέου δόγματος.


Διχοτομικός λόγος και κατασκευή της μνημονιακής Ελλάδας.


"Η συνειδητή και έξυπνη χειραγώγηση των συνηθειών και των απόψεων που διαμορφώνουν οι μάζες είναι ένα σημαντικό στοιχείο σε μια δημοκρατική κοινωνία. Αυτοί που χειρίζονται αυτό τον αθέατο κοινωνικό μηχανισμό συνιστούν μια αόρατη κυβέρνηση η οποία είναι η αληθινή εξουσία…». E. L. Bernays, Propaganda.

Μια δοκιμασμένη ιδεολογική γλωσσική τεχνική που χρησιμοποιήθηκε για την κοινωνική εμπέδωση της Ελλάδας των μνημονίων είναι ο διχοτομικός λόγος. Ο αυθαίρετος λόγος της εξουσίας που διαιρεί τον χρόνο και τον χώρο στη βάση ενός δυαδικού αντιθετικού σχήματος. Η διαίρεση είναι πρώτιστα αξιολογική και στηρίζεται στην κατασκευή μιας θετικής αναπόδεικτης αξίας που αναγγέλλεται ως αλήθεια από τον αυτονομιμοποιητικό λόγο της εξουσίας. Ο χριστιανισμός διαίρεσε το χρόνο στην προ και μετά Χριστό εποχή, ο δυτικός κόσμος στον μεσαίωνα και την νεωτερικότητα, ο Μεταξάς κατασκευάζει τον «Γ΄ Ελληνικό Πολιτισμό», η χούντα των συνταγματαρχών την "Νέα Δημοκρατία", ο Χίτλερ τη "Νέα Ευρώπη".

Ο διχοτομικός λόγος κατασκευάζει μια αυθαίρετη πραγματικότητα την οποία επιβάλλει στην ατομική συνείδηση μέσω της δημιουργίας «γνωστικής παρέκκλισης». Το άτομο χειραγωγείται με βάση τα αντιθετικά σχήματα νέο-παλιό, καλό-κακό, ηθικό-ανήθικο, σωστό-λάθος, αληθινό-ψεύτικο κτλ., ώστε να εκλάβει τις αξιακές διχοτομίες ως αποδείξιμες και ορθολογικές αλήθειες, αλλά και να ταυτίσει την εξουσία με το θετικό τους περιεχόμενο.

Με την υπαγωγή της χώρας υπό την εποπτεία των δανειστών, ο ρητορικός λόγος του πολιτικού προσωπικού επιχειρεί την διχοτόμηση μεταξύ της παλιάς φαύλης Ελλάδας και της νέας Ελλάδας του μνημονίου.
«Θα χτίσουμε την νέα Ελλάδα», δηλώνει ο Παπανδρέου, «χτίζουμε τη Νέα Ελλάδα» ο Σαμαράς και «πάνω στην αλήθεια, μπορούμε να χτίσουμε μια διαφορετική Ελλάδα» ο Παπαδήμος.
Η «Νέα Ελλάδα» δεν είναι παρά το ρητορικό όπλο νομιμοποίησης του καπιταλιστικού μετασχηματισμού της χώρας, που υπονοεί ότι αυτό που υπήρχε πριν είναι ψεύτικο, κακό και φαύλο.

Με αυτά τα δεδομένα χρειάζεται να ξαναδιαβάσουμε τα γεγονότα και να θέσουμε σε αμφισβήτηση το αφήγημα της εξουσίας αναφορικά με την οικονομική κρίση. Η εκτεταμένη προπαγάνδα συκοφάντησης της χώρας και το μαγείρεμα των στατιστικών στοιχείων, εντάσσονται στο ευρύτερο ευρωπαϊκό σχέδιο κινεζοποίησης του ευρωπαϊκού νότου και εκποίησης των δημόσιων αγαθών, με σκοπό την αύξηση της κερδοφορίας του ευρωπαϊκού κεφαλαίου. Το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων για την ευρωπαϊκή επικράτεια ανέρχεται στο ποσό των 500 δις., ένα ποσό που θα εκτινάξει το ΑΕΠ της ΕΕ και θα εμφανίσει πλασματική ανάπτυξη.




Μια σύντομη ανάλυση της οικονομικής κρίσης για την κατανόηση της νεοφιλελεύθερης χειραγώγησης.

«Η αταξία των μικρών εθνών πρέπει να εξουδετερωθεί. Η προσπάθεια της Γερμανίας αποσκοπεί στη δημιουργία της ενωμένης Ευρώπης» Χίτλερ, 1943.


Με την έναρξη της οικονομικής κρίσης, η πολιτικο-οικονομική ελίτ άρχισε να χρησιμοποιεί μια νέα γλώσσα με σκληρά νεοφιλελεύθερα χαρακτηριστικά. Υποτίθεται ότι η ελληνική κοινωνία ζούσε σε μια «εικονική πραγματικότητα» και ξαφνικά προσγειώθηκε στην σκληρή πραγματικότητα. Το σύνθημα που συνόδευσε αυτή την μεταβολή ήταν: «ζούσαμε πέρα από τις δυνάμεις μας, ζούσαμε με δανεικά, καιρός να ζούμε βάση των δυνατοτήτων μας», ένα σύνθημα που χρησιμοποιήθηκε από όλες τις μνημονιακές κυβερνήσεις του ευρωπαϊκού νότου και κατασκευάστηκε από τους γραφειοκράτες των Βρυξελών, οι οποίοι επιχειρούν να εμφανίσουν την κρίση της ευρωζώνης ως αποτέλεσμα των ασύνετων πολιτικών των κρατών του νότου και όχι ως ένα συστημικό φαινόμενο.

Τι συνέβη πραγματικά; Η τωρινή κρίση είναι το αποτέλεσμα και η κορύφωση διαδοχικών καπιταλιστικών κρίσεων, τις οποίες η ΕΕ επεχείρησε να ξεπεράσει με διάφορες μορφές αναδιάρθρωσης. Εντούτοις η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους και η υπερσυσσώρευση κεφαλαίου δεν ήταν δυνατόν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά. Έως το 2010 το οικονομικό αναπτυξιακό μοντέλο της ΕΕ, θεσμοποιημένο βάση των συνθηκών του Μάαστριχ και Λισσαβόνας, βασιζόταν σε έναν τύπο άνισης ανάπτυξης μεταξύ βορρά και ευρωπαϊκού νότου. Η αποβιομηχάνιση και η συνεχόμενη δανειακή χρηματοδότηση του νότου, μεταφραζόταν σε ανάπτυξη για τον βορρά. Η χρηματιστικοποίηση της οικονομίας δεν έλυσε κανένα πρόβλημα. Ταυτόχρονα, η «φορολογική αντεπανάσταση», η σταδιακή μείωση της φορολογίας του κεφαλαίου, ως μέσου για την αύξηση της κερδοφορίας, τροφοδότησε την διόγκωση του κρατικού χρέους. Τα κράτη-μέλη αδυνατώντας να χρηματοδοτήσουν το χρέος τους μέσο των κεντρικών τραπεζών τους, αναζήτησαν δανειστές στις ελεύθερες χρηματοπιστωτικές αγορές. Κατ’ αυτό τον τρόπο το διεθνές κεφάλαιο εισέδυσε στις οικονομίες του νότου, απειλώντας το οικοδόμημα της ΕΕ. Η χρεοκοπία αυτού του οικονομικού μοντέλου-αφού η χρηματοδότηση των κρατών από την αγορά κεφαλαίου έφτασε στα όριά της-εξανάγκασε την ΕΕ στην αναθεώρησή του και στην επιλογή ενός νέου, κινεζικού τύπου. Οι καπιταλιστικές ελίτ της ΕΕ, αντί να προβούν στην αναθεώρηση της νεοφιλελεύθερης ατζέντας, άδραξαν την ευκαιρία ώστε μέσω της «στρατηγικής του σοκ» («Europe 2020»), να καρπωθούν οφέλη από μια ακόμη πιο έντονη επίθεση στα δημόσια αγαθά, τα εργασιακά δικαιώματα, τους μισθούς και το κράτος πρόνοιας.

Η αλλαγή του οικονομικού μοντέλου της ΕΕ σε βάρος του κόσμου της εργασίας και των δημόσιων αγαθών, η νέα καπιταλιστική αναδιάρθρωση που προφανώς στοχεύει στην φεντεραλιστική ένωση της Ευρώπης, απαιτεί την πλήρη αξιοποίηση των τεχνικών χειραγώγησης. Το νέο Ευρωπαϊκό σχέδιο ευρωπαϊκής ενοποίησης, όλο και περισσότερο προσομοιάζει με εκείνο του Χίτλερ. Και παρόμοια, η προπαγάνδα και η χειραγώγηση οδηγείται στις ατραπούς του Γκαίμπελς.

(Για μια αντικειμενική ανάλυση της οικονομικής κρίσης στο ευρωπαϊκό πλαίσιο: «Το Μανιφέστο των Ανήσυχων οικονομολόγων» στα ελληνικά,http://www.atterres.org/page/le-manifeste-en-grec)

Σουλτάνης Γρ.