Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2014

Ο Φιλελευθερισμός κατά των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων



Ο σύγχρονος φιλελευθερισμός δεν αμφισβητεί μόνο το κοινωνικό κράτος, αλλά και τα θεμελιώδη, συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα. Η εξέλιξη αυτή καταρρίπτει τον αστικό μύθο σύμφωνα με τον οποίο η συνταγματική κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων είναι αποτέλεσμα των κατακτήσεων του φιλελευθερισμού.

Ως κυρίαρχη ιδεολογία, ο φιλελευθερισμός, όχι μόνο αποκρύπτει την ολιγαρχική και αντιδημοκρατική του φύση, μα επιπλέον, έχει οικειοποιηθεί-ρητορικά- κάθε δημοκρατικό θεσμό που έχει επιβάλλει με τους αγώνες της η δημοκρατική κοινωνία, όπως τα θεμελιώδη δικαιώματα.

Το δράμα του φιλελευθερισμού, εδώ και δύο αιώνες, υπήρξε η αδυναμία να επιβάλλει την κοσμοθεώρησή του, αφού αντιμετώπιζε πάντα άσπονδους εχθρούς και για λόγους τακτικής όφειλε να συμβιώνει μαζί τους. Οι διάφορες μικτές μορφές φιλελευθερισμού (πχ. Κοινωνικός φιλελευθερισμός) είναι αποτέλεσμα αυτών των συμβιβασμών.

Ο μεγαλύτερος συμβιβασμός υπήρξε αυτός που συντελέστηκε μεταπολεμικά, όταν μετά το φιάσκο του διεθνοποιημένου προπολεμικού καπιταλισμού και κάτω από την πίεση του σοσιαλισμού, των δημοκρατών και του φασισμού, ο φιλελευθερισμός εξαναγκάστηκε να μοιραστεί την εξουσία με τη σοσιαλδημοκρατία, με αποτέλεσμα το μεταπολεμικό κοινωνικό συμβόλαιο. Έτσι, άθελά του, ο φιλελευθερισμός έγινε ο εγγυητής του δημοκρατικού κράτους, του κράτους ευημερίας, του κοινωνικού κράτους, του κράτους δικαίου, και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων γενικότερα.

Ο Hayek, στα 1944, έγραφε: «Αν και μας είχαν προειδοποιήσει κάποιοι από τους μεγαλύτερους πολιτικούς στοχαστές του 19ου αιώνα…(.)...οτι ο σοσιαλισμός σημαίνει σκλαβιά, κινηθήκαμε σταθερά προς την κατεύθυνση του σοσιαλισμού».

Η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού στα τέλη της δεκαετίας του ‘80, ταυτόχρονα με την μεταβολή των κοινωνικών συσχετισμών στην Ευρώπη, σηματοδότησε το τέλος των ιδεολογιών και το θρίαμβο του φιλελευθερισμού. Η απόλυτη κυριαρχία του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, η επιτάχυνση της επέκτασης του κεφαλαίου και οι διεθνείς κανόνες που επιβάλλονται από υπερεθνικούς καπιταλιστικούς οργανισμούς, υπό τη διεύθυνση μιας υπερεθνικής ελίτ, όσο και η υπονόμευση του εθνικού κράτους έχει επιτρέψει την ανασύνταξη του φιλελευθερισμού και την αθέτηση του μεταπολεμικού κοινωνικού συμβολαίου-μια ευρεία αποσοσιαλιστικοποήση.
Κατ’ αυτό τον τρόπο, ο φιλελευθερισμός, με τον αέρα του νικητή, δεν χρειάζεται πια να τηρεί τα προσχήματα, και επιστρέφοντας στις πηγές του, αναβαπτίζεται στα αυθεντικά φιλελεύθερα δόγματα.

Η καπιταλιστική αγριότητα των ημερών μας, που δεν υπολείπεται σε τίποτα από εκείνη που επέδειξε ο καπιταλισμός κατά την πρώιμη εκβιομηχάνιση στη Δυτική Ευρώπη και η διαφαινόμενη κοινωνική αντίσταση, που μπορεί να εκλάβει απροσδιόριστες εκφάνσεις είναι γεγονός ότι προβληματίζει μια μερίδα φιλελεύθερων ιδεολόγων, ώστε να επιχειρείται η απενοχοποίηση του φιλελευθερισμού με τον διαχωρισμό του φιλελευθερισμού από τον καπιταλισμού και τον νεοφιλελευθερισμό.
Ο επιφανής φιλελεύθερος L. von Mises γράφει: «Μια κοινωνία στην οποία οι αρχές του φιλελευθερισμού γίνονται πράξη καλείται συνήθως καπιταλιστική κοινωνία και η κατάσταση που επικρατεί καπιταλισμός»· «Το φαινόμενο που (κακώς) ονομάστηκε «νεοφιλελευθερισμός» πρωτοπαρουσιάστηκε στις αρχές της δεκαετίας του '80 και συνεχίζει να πρωταγωνιστεί στις διεθνείς εξελίξεις. Δεν πρόκειται όμως για τίποτε άλλο παρά για την επιστροφή των κυβερνήσεων των δυτικών (και έπειτα και των ανατολικών) χωρών της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής στις αρχές της οικονομίας της αγοράς», γράφει ο φιλελεύθερος Α. Χατζής.

Στη σημερινή συγκυρία, ο φιλελευθερισμός επιτίθεται στο αντιπροσωπευτικό πολίτευμα και στα λεγόμενα θεμελιώδη δικαιώματα, με αφορμή την κρίση της καπιταλιστικής συσσώρευσης που μπορεί να οφείλεται σε πτώση του ποσοστού κέρδους, στην υπερσυσσώρευση κεφαλαίου, στην χρηματιστικοποίηση της οικονομίας ή στην έλλειψη ανταγωνιστικότητας στα πλαίσια του παγκόσμιου οικονομικού πολέμου για τον καταμερισμό των πόρων και της εργασίας.

Σε κάθε περίπτωση, η ιδεολογικοποίηση αυτών των εξελίξεων δεν γίνεται με την κατασκευή πρόσθετων ιδελογημάτων, αλλά με την επιστροφή στα πατρώα δόγματα. Κάτι τέτοιο δεν σημαίνει δεσμευτικά ότι οι οικονομιστικοί παράγοντες διαδραματίζουν τον αποφασιστικότερο ρόλο: επιδίωξη της αστικής τάξης από την εμφάνισή της υπήρξε η κυριαρχία μέσω του κεφαλαίου· το κεφάλαιο λειτουργεί όχι μόνο ως οικονομική οντότητα, αλλά και ως σύμβολο ισχύος και κυριαρχίας.

Το οξύμωρο στη παρούσα κατάσταση είναι ότι ο φιλελευθερισμός επιτίθεται στην υποτιθέμενη θεμελιώδη αξία του: την ελευθερία- αν και επί της ουσίας, θεμελιώδη φιλελεύθερη αξία είναι η ιδιοκτησία.
Τούτο όμως δεν οφείλεται σε κάποιου είδους εγγενούς αντίφασης της φιλελεύθερης ιδεολογίας, αλλά στην διαπλοκή της με την εξουσία και την κυριαρχία.

Η πολιτική ελευθερία, ως έννοια, δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή στην ονομαστική της αξία και σε ιστορικό κενό. Αποκτά συγκεκριμένο περιεχόμενο σε κάθε ιστορική στιγμή, ανάλογα με το υποκείμενο που επιδιώκει την κυριαρχία και την εξουσία ή που τα κατέχει.
Η ελευθερία των φιλελεύθερων, ως ιστορική έννοια, αναφέρεται στα δικαιώματα των ιδιοκτητών, των εμπόρων και των επιχειρηματιών, στους αστούς πολίτες-έναντι της απολυταρχίας-,κενή από κάθε αίτημα χειραφέτησης· είναι ένας τεχνικός όρος στα πλαίσια της στρατηγικής για την κατάληψη της εξουσίας.

Αλλά καθώς «η ανθρωπότητα κυβερνιέται από τις λέξεις», όπως έλεγε ο ιστορικός Gibbon, η ασάφεια του περιεχομένου της έννοιας επέτρεψε την οικοδόμηση του φιλελεύθερου μύθου.


Η Χίμαιρα των Δικαιωμάτων


«Όποιος παλεύει με τέρατα, πρέπει να προσέξει να μη γίνει τέρας» έγραψε ο Nietzsche και φαίνεται ότι η δημοκρατική κοινωνία, τιθασεύοντας το καπιταλιστικό τέρας πίστεψε ότι το υπέταξε, ενώ ταυτόχρονα, οι σοσιαλδημοκράτες που ανέλαβαν τον ρόλο του θηριοδαμαστή μεταμορφώθηκαν σε υπερφιλελεύθερους απολογητές του. Η υπόθεση των δικαιωμάτων δεν έχει πλέον υποστηρικτές στο μπλοκ της εξουσίας.

Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν υπάρχουν ανθρώπινα δικαιώματα, πέρα από την ρητορική χρήση τους, για την εξυπηρέτηση πολιτικών σκοπών, η ίδια η έννοια του δικαιώματος είναι διάτρητη για την όποια θεμελίωση πραγματιστικών αξιώσεων.

Δεν υπάρχει αναφαίρετο, απαράγραπτο ή αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα, γιατί δικαίωμα είναι κάτι που παρέχεται από την εξουσία. Η εξουσία είναι πάροχος και εγγυητής του δικαιώματος. Η νομιμοποίηση ενός δικαιώματος και η θεμελίωσή του σε οποιαδήποτε αξιακό θεμέλιο απαιτεί την έγκριση της εξουσίας.

Τα ανθρώπινα, τα ατομικά, τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα δεν διαθέτουν καμία εγγενή αξία, στο μέτρο που εξαρτώνται από τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς χειραγώγησης και από το περιεχόμενο που αποδίδει σε αυτά η πολιτική εξουσία, το θετικό δίκαιο. Μπορούν να έχουν μόνο κάποια ετερόνομη σχετική αξία στο μέτρο που οι συσχετισμοί της κοινωνικής ισχύος το επιτρέπουν.

Έτσι, η συνταγματική κατοχύρωσή τους δεν αποτελεί εγγύηση για την πραγματική ισχύ ή διατήρησή τους. Το «κοινωνικό κράτος δικαίου» που βρίσκεται σε άμεση συνάφεια με την έννοια του πολίτη και τα κοινωνικά δικαιώματα (το «κοινωνικό κεκτημένο») δεν είναι κάτι δεδομένο και αχρονικό, αλλά αποτέλεσμα των κοινωνικών συσχετισμών.

Για την καπιταλιστική επέκταση, με την μορφή της παγκόσμιας οικονομίας της αγοράς-μια αφηρημένη σύλληψη, με βάση την οποία το σύνολο της πραγματικότητας αποκτά νόημα και αξία μέσω της εμπορευματοποίησης και της απόδοσης τιμής, δηλαδή κεφαλαιοποίησης -, τα δικαιώματα αποτελούν διπλό εμπόδιο: τόσο για την συσσώρευση υπεραξίας όσο και για την απόλυτη κυριαρχία. Η κυριαρχία της υπερεθνικής αστικής ελίτ συνδέεται άμεσα με την αξίωση αριστοκρατικών προνομίων για τον εαυτό της, γεγονός που νομιμοποιείται με την φετιχοποίηση της παγκόσμιας αγοράς.


Η Επίθεση στα κοινωνικά δικαιώματα


Τα δικαιώματα δέχονται επίθεση σε τρία επίπεδα: στο ιδεολογικό πλαίσιο που τα θεμελιώνει, στο κοινωνικό πεδίο της πραγμάτωσής τους και στο τυπικό συνταγματικό πλαίσιο.

Πρώτα στο στόχαστρο είναι τα κοινωνικά δικαιώματα και όσα πολιτικά σχετίζονται με τη συλλογική δράση, την οποία οι φιλελεύθεροι ενοχοποιούν για την μεταπολεμική σοσιαλδημοκρατική στροφή. Φιλελεύθερη κυριαρχία σημαίνει: εφαρμογή του ατομικιστικού προγράμματος, υπονόμευση του κοινωνικού κράτους, στο οποίο υποστασιοποιούνται συλλογικές, εξισωτικές και δημοκρατικές ιδέες, και ανάπτυξη ιδιωτικών κέντρων οικονομικής και πολιτικής ισχύος.

«Απομακρύνοντας την οργάνωση της οικονομικής δραστηριότητας από τον έλεγχο των πολιτικών αρχών, η αγορά εξαλείφει αυτή την πηγή της καταναγκαστικής εξουσίας. Επιτρέπει στην οικονομική ισχύ να ελέγχει, αντί να ενισχύει, την πολιτική εξουσία», γράφει ο Friedeman.

Η καπιταλιστική επίθεση στα δημόσια αγαθά και την εργασία είναι αναγκαία, όχι μόνο για την αύξηση της κερδοφορίας αλλά και για την πλήρη αστική κυριαρχία των ιδιωτών που θα αποτρέψει κάθε έλεγχο της κρατικής μηχανής από συλλογικότητες. Η εμπροσθοφυλακή των κοινωνικών δικαιωμάτων, η συλλογική δράση, τίθεται στο στόχαστρο.

Έτσι, το δικαίωμα του συνδικαλισμού και της απεργίας δέχονται μια συντονισμένη επίθεση, αφού ενοχοποιούνται ως υπεύθυνα για την οικονομική κρίση, καθώς επιτρέπουν στους εργαζόμενους, με τα συνδικαλιστικά τους όργανα, να «διώχνουν επενδύσεις, να προκαλούν ανωμαλία στην τουριστική εισροή» και να εξαναγκάζουν σε «δημοσιονομικές σπατάλες». Οι εργαζόμενοι οφείλουν να καταστούν είλωτες, με την κατάργηση του εργατικού Δικαίου και την αντικατάσταση των συλλογικών συμβάσεων με ατομικές, ενώ εμμέσως, συντελείται και η ενοχοποίηση της αυτονομημένης από την οικονομία πολιτικής εξουσίας-που ενδίδει στις πιέσεις των εργαζομένων- ώστε να διευκολυνθεί η μετάβαση εξουσιών σε ιδιωτικά κέντρα εξουσίας.

Η φιλελεύθερη τακτική έναντι των κοινωνικών δικαιωμάτων αφορά την μεθοδευμένη κατάργησή τους στην πράξη, μέσω του οικονομικού καταναγκασμού που ασκείται από τα οργανωμένα υπερεθνικά οικονομικά κέντρα, με την σταδιακή συνταγματοποίηση του κράτους νυχτοφύλακα, στο οποίο η κοινωνική προστασία αντικαθίσταται από την ελεημοσύνη.

Τα εργασιακά δικαιώματα, η προστασία του περιβάλλοντος, η κοινωνική ασφάλιση, η δημόσια υγεία, η δημόσια εκπαίδευση, οι πολιτικές στέγασης και αναδιανομής του πλούτου υπονομεύονται και χάνουν τον χαρακτήρα του δικαιώματος, αφού η εξουσία θέτει υπεράνω αυτών των δικαιωμάτων τις έννοιες της οικονομικής μεγέθυνσης, της ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας προς όφελος του κεφαλαίου.


Η επίθεση στα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα


Αν η αποδομητική επίθεση των καπιταλιστικών κέντρων εξουσίας στα κοινωνικά δικαιώματα (τα λεγόμενα τρίτης γενιάς) με βάση την φιλελεύθερη ηθική των ίσων ευκαιριών και τη δικαιοσύνη της «αόρατης χειρός» της αυτονομημένης αγοράς, είναι ως ένα βαθμό κατανοητή, στα πλαίσια της αποσοσιαλιστικοποίησης του μεταπολεμικού κράτους, η επίθεση στα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, αναδεικνύει τον ελιτιστικό, ολιγαρχικό και αντιδημοκρατικό χαρακτήρα της φιλελεύθερης ιδεολογίας.

Η συσσώρευση οικονομικής και πολιτικής δύναμης σε ιδιωτικά κέντρα εξουσίας-κατά το μοντέλο του Friedman- έχει επιτρέψει την ανεξέλεγκτη διαμόρφωση οικονομικών πολιτικών, πέρα από κάθε δημοκρατικό έλεγχο και εγγυήσεις, παράλληλα με εξωθεσμικούς κατασταλτικούς μηχανισμούς, συστήματα ελέγχου και ορθολογικοποιημένους μηχανισμούς ιδεολογικής χειραγώγησης. Στην πράξη, τα θεμελιώδη δικαιώματα έχουν καταργηθεί από τις ιδιωτικές εξουσίες, ενώ το κράτος δικαίου, έχοντας καταστεί ένα μαυσωλείο που ελέγχεται από πολιτικές μαριονέτες των κουκουλοφόρων της αγοράς, λειτουργεί πλέον μόνο συμβολικά.

Τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα που εγγυώνται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την ασφάλεια, την ελευθερία έκφρασης, ιδιωτικότητας, ιδιοκτησίας, του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι, της πληροφόρησης, της συμμετοχής στη πολιτική ζωή, κτλ., παραβιάζονται απροκάλυπτα, ενώ σταδιακά συντελείται η απονομιμοποίησή τους, καθότι οι πανίσχυρες ιδιωτικές εξουσίες (των εκατό ισχυρότερων πολυεθνικών του πλανήτη) επιβάλλουν ιδεολογικά το φετιχισμό και το αυτονομημένο Δίκαιο της αγοράς.

Η συνταγματοποίηση του κράτους της αγοράς, που εγγυάται τα μη- δικαιώματα είναι ζήτημα χρόνου, σε συνάρτηση με τους κοινωνικούς συσχετισμούς.

Το φιλελεύθερο κράτος έκτακτης ανάγκης, δεν αποτελεί την εξαίρεση, αλλά τον θεωρητικό φιλελεύθερο κανόνα που υλοποιείται στις παρούσες συνθήκες.

Παρά τον ουτοπικό χαρακτήρα της κατασκευής μιας κοινωνίας της αγοράς- και τη συλλογική ναρκισσιστική διαταραχή μεγαλείου που χαρακτηρίζει τα φιλελεύθερα υποκείμενα που την απεργάζονται-, οι κοινωνικοί συσχετισμοί, προς το παρών, καθιστούν εφικτό το σχέδιο της υπερεθνικής φιλελεύθερης ελίτ, αφού εκ των πραγμάτων, η επίθεση στα δικαιώματα έχει αποψιλώσει τους πολίτες από κάθε ιδιότητα εκτός από αυτή του είλωτα και του καταναλωτή.

Η βιοπολιτική έχει προλειάνει τον δρόμο του πολιτικού ολοκληρωτισμού που στοχεύει στην συνταγματική οχύρωση της ελίτ έναντι των πρώην πολιτών.

Γιατί, σκοπός της φιλελεύθερης ελίτ είναι η απώλεια της ιδιότητας του πολίτη από ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού που προσμετρείται σε πλανητικό και όχι εθνικό επίπεδο και κατανέμεται με βάση την «αόρατη χείρα» των μεγάλων πολυεθνικών.

Η στέρηση της ιδιότητας του πολίτη ισοδυναμεί με την μετακίνηση του υποκειμένου των δικαιωμάτων στο χώρο του κοινωνικού περιθωρίου και του αποκλεισμού.

Το κράτος Δικαίου υποκαθίσταται από το κράτος καταστολής.

Έτσι, τα υποκείμενα στερούνται όχι μόνο τα θεμελιώδη δικαιώματα, αλλά ακόμη και αυτά τα ανθρώπινα.

Οι «περιφράξεις» δεν αφορούν μόνο την ιδιωτικοποίηση των κοινών, αλλά και την περίφραξη, την κατανομή των ανθρώπων με βάση τον κοινωνικό δαρβινισμό που υπάρχει στη σκιώδη πλευρά του φιλελεύθερου ορθολογικού Λόγου.

Η κατάρρευση του φιλελεύθερου μύθου συμπαρασύρει τις ηθικορητορικές και νομικές κατασκευές, με βάση τις οποίες έγινε η δόμηση των διαχρονικών μηχανισμών χειραγώγησης των κοινωνιών, επαναφέροντας το ζήτημα των ελευθεριών, όχι ως αίτημα ή αξίωση προς κάποια εξουσία-που υποκαθιστά το Θεό-, αλλά ως αυταξία και αυτοδίκαιη πράξη που επιβάλλεται από μια κοινωνία που λειτουργεί πολιτικά, μέσα από διαδικασίες αυτονομίας, αυτοδιαχείρισης και αυτοθέσμισης.

Σουλτάνης Γρ.

Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2014

Η Χρηματιστικοποίηση του Θανάτου




Ο θάνατος-το προσδόκιμο του θανάτου-είναι ένα νέος επενδυτικός τομέας, όπου επενδυτικά χαρτοφυλάκια μπορούν να προσφέρουν αυξημένες αποδόσεις. Το συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό προϊόν δημιουργήθηκε από την Deutsche Bank και κάθε ανυποψίαστος πολίτης θα μπορούσε να αποτελεί αντικείμενό του.

Και ενώ, η επέκταση του κεφαλαίου, σε πεδία κερδοφορίας που άπτονται αξιακές σφαίρες της ανθρώπινης ζωής έχει συντελεστεί ήδη από τον 19ο αιώνα (πχ. ασφάλειες υγείας, θανάτου κτλ.), η κεφαλαιοποίηση του ίδιου του γεγονότος του θανάτου αποτελεί μια πρόσφατη εξέλιξη: μια ασφάλεια ζωής εκμεταλλεύεται το αναπόφευκτο του θανάτου ώστε να εκβιάσει ένα είδος αποταμίευσης από την οποία θα αποκομίσει κέρδος η ασφαλιστική εταιρία και ένα ποσό οι συγγενείς του ενδιαφερόμενου· αντίθετα, η επένδυση στο θάνατο αφορά την κερδοφορία που επέρχεται από την πιθανότητα του θανάτου χωρίς τη συμμετοχή του ενδιαφερόμενου.

Με βάση την ίδια επενδυτική λογική, γίνεται και η επένδυση στη χρεοκοπία, χωρών ή δημόσιων και ιδιωτικών επιχειρήσεων, από hedge funds που για να διασφαλίσουν τα κέρδη, ασκούν εκτεταμένη χειραγώγηση ως προς το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Το γεγονός αυτό, επιτρέπει να φανταστούμε ότι στη περίπτωση της επένδυσης στο θάνατο, εκτός του ότι θα ήταν ευκταία, είναι πιθανή μια επίσπευση του θανάτου στα υπό επένδυση υποκείμενα.

Είναι επίσης στα όρια του πιθανού να φανταστούμε ότι υφίστανται χρηματοοικονομικά προϊόντα-τα οποία είναι πλήρως αδιαφανή- που επενδύουν στην ασθένεια, την φυσική καταστροφή, τη δολοφονία κτλ.-προϊόντα που απέχουν αρκετά από τις κερδοφόρες βιομηχανίες των ναρκωτικών και της εμπορίας ανθρώπων, των οποίων τα κέρδη οδηγούνται σε νομιμοποίηση μέσα από το αδιαφανές χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Το χαρακτηριστικό που διακρίνει αυτά τα νέα χρηματοοικονομικά προϊόντα είναι ότι κατευθύνουν τις επενδύσεις, όχι στα λεγόμενα «πλασματικά» εμπορεύματα (εργασία, γη, χρήμα), αλλά σε βιολογικές, κοινωνικές και πολιτισμικές διαδικασίες λίγο ως πολύ άυλες. Ουσιαστικά, επέρχεται η πλήρη εμπορευματοποίηση του πραγματικού (υλικών και άυλων πραγματικοτήτων) : το κεφάλαιο λειτουργεί με όρους παραδοσιακού καζίνου ή γυρολόγου παπατζή, στοιχηματίζοντας σε οτιδήποτε διαπερνάται από μια έννοια διακινδύνευσης ή αβεβαιότητας.

Οι δραστηριότητες αυτές αποτελούν πεδία κερδοφορίας υψηλού ρίσκου-αν και με απόλυτο έλεγχο- και σε καμιά περίπτωση δεν συνιστούν κερδοσκοπικά παιχνίδια: όσοι τις χαρακτηρίζουν ως δείγματα ενός καπιταλισμού «καζίνο», «ζόμπι», «εκτός νόμου», «ολοκληρωτικού» κτλ., διαπράττουν ένα διπλό σφάλμα: από τη μια θεωρούν ότι υφίσταται ένας υγιής ηθικός καπιταλισμός που προσανατολίζεται στην ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών και από την άλλη αποδίδουν στον καπιταλισμό ιδιότητες που δεν του ανήκουν, καθώς προέρχονται είτε από την τακτική υποχώρησης του φιλελευθερισμού έναντι του μαρξισμού είτε από την επιχείρηση ρυθμισής του εκ μέρους της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας.

Στην πραγματικότητα, η διάκριση μεταξύ χρηματιστικού και παραγωγικού κεφαλαίου -που επιτρέπει την νομιμοποίηση του καπιταλισμού-είναι παραπλανητική, αφού και τα δύο αποτελούν συμπληρωματικές όψεις του ίδιου φαινομένου. Το «πλασματικό» κεφάλαιο δεν είναι λιγότερο πραγματικό από το παραγωγικό.

Ο καπιταλισμός ως ιδέα, ως δομή κατασκευής του πραγματικού εκτυλίσσει τις συνέπειές του στο πεδίο της πραγματικότητας· αποτελεί το υποκείμενο, για το οποίο η πραγματικότητα συνιστά το αντικείμενο.

Αν εκλάβουμε τον καπιταλισμό όχι μόνο ως ένα σύστημα εκμετάλλευσης -και σε συνάρτηση με το θεσμικό πλαίσιο εξουσίας-, αλλά και ως σύστημα κυριαρχίας που εδράζεται στη φιλελεύθερη ιδεολογία γίνεται κατανοητό γιατί το Κεφάλαιο δημιουργεί αξία και αποδίδει ποσοτική τιμή σε κάθε πτυχή του πραγματικού.

Από την άποψη μιας οντολογίας του καπιταλισμού ή μιας διαλεκτικής του κακού, η πραγματικότητα οφείλει να υποκατασταθεί από την παγκόσμια αγορά, κάθε ζωντανή ύπαρξη από μια νεκρή ποσότητα, κάθε έννοια από έναν αριθμό.

Η ολοκληρωτική κεφαλαιοποίηση αποτελεί την ολοκληρωτική κυριαρχία του συλλογικού εγωισμού-υπερβατικού θα λέγαμε-που καθιστά αντικείμενα και τα ίδια τα υποκείμενα.

Από αυτή τη σκοπιά, οι πρόσφατες νεοφιλελεύθερες θανατηφόρες πολιτικές λιτότητας δεν σηματοδοτούν μόνο ένα νέο καθεστώς συσσώρευσης, αλά και ένα νέο καθεστώς κυριαρχίας: η εργασία και η ζωή-ως μέσα συσσώρευσης- καθίστανται περιττά σε σχέση με την επίτευξη της ολοκληρωτικής κυριαρχίας· ο θάνατος αποδεικνύεται πιο χρήσιμος τόσο από πλευράς συσσώρευσης όσο και κυριαρχίας.

Σουλτάνης Γρ.

Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2014

Η Nεοφιλελεύθερη Ρητορική Tου Aντικρατισμού



« Εξήντα χιλιάδες επαναλήψεις κάνουν την αλήθεια» Ά. Χάξλει.




Η αντικρατιστική ρητορική της πολιτικής και επιχειρηματικής ελίτ μοιάζει να προέρχεται από τα κείμενα των Μπακούνιν και Κροπότκιν. Στόχος της, η αποτύπωση στο κοινωνικό φαντασιακό μιας εικονικής αμφισβήτησης του συστήματος εξουσίας. Αντίθετα όμως από τη ρητορική, ο αντικρατισμός καταφέρεται ενάντια στο κοινωνικό και δημοκρατικό κράτος, τα εργασιακά δικαιώματα και τη δημόσια σφαίρα, ενισχύοντας τον αυταρχικό κρατικό πυρήνα.

Με το ξεκίνημα της οικονομικής κρίσης η ΕΕ άδραξε την ευκαιρία ώστε να προβεί σε εκτεταμένη αλλαγή του πολιτικοοικονομικού μοντέλου της: «μεταρρυθμίσεις, δημοσιονομική εξυγίανση, ανάπτυξη και ασφάλεια», στο εθνικό επίπεδο και γενικευμένη λιτότητα για την Ευρώπη, είναι οι άξονες της επίθεσης ενάντια στο δημοκρατικό, το σοσιαλδημοκρατικό κράτος πρόνοιας και την εργασία.

Σε αυτή την επίθεση πρωτοστατεί η «BusinessEurope»- το μεγάλο συνδικάτο των επιχειρηματιών-που ασκεί την μεγαλύτερη επιρροή στους γραφειοκράτες των Βρυξελών και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, θέτοντας την ατζέντα των πολιτικών για την νέα οικονομική διακυβέρνηση.



Ψευδώνυμος Αντικρατισμός



• «Ο αντικρατισμός σε συνδυασμό με την κοινωνική λογοδοσία αποτελούν σήμερα πεδίο εξέλιξης της ιδεολογίας των ευρωπαίων σοσιαλιστών», Μ. Δαμανάκη.

• «Σας λέω ότι είμαι αντικρατικιστής». Γ. Παπανδρέου.


• «….πήγαν στο ΣΥΡΙΖΑ προκειμένου να συνεχίσουν την συνηθισμένη τακτική του κρατισμού, του συντεχνιασμού και της απομύζησης της οικονομικής λειτουργίας του κράτους», Ε. Βενιζέλος.

• «Η Ελλάδα….τυπικά βρίσκονταν στο χώρο των ελεύθερων οικονομιών, ενώ στην πραγματικότητα ήταν βαθύτατα ποτισμένη με κρατισμό…..Κάποιοι είχαν πει ότι η Ελλάδα ήταν η τελευταία «σοβιετική οικονομία». Α. Σαμαράς.


• «Έτσι κι εδώ, κάποιοι πολεμούσαν την επιχειρηματικότητα, τις επενδύσεις, τις αποκρατικοποιήσεις, την ανταγωνιστικότητα, νομίζοντας ότι πολεμούν για τα ιδανικά του κρατισμού». Α. Σαμαράς.

Αν όλα αυτά τα αποσπάσματα δημιουργούν σύγχυση , ο πρόεδρος του ΣΕΒ (ο ΣΕΒ είναι μέλος της «BusinessEurope») βάζει τα πράγματα στη θέση τους:

«Είναι φενάκη να ελπίζουμε ότι το κράτος, μπορεί να προσφέρει ανάπτυξη. Η ανάπτυξη…μπορεί να προέλθει μόνο απ' την ιδιωτική πρωτοβουλία ….»,

ενώ ο πρώην υφυπουργός Χ. Παμπούκης διευκρινίζει τα πράγματα:

« Καταγγέλλουμε το Κράτος και εννοούμε τον κρατισμό. Αυτό που είναι κρίσιμο, είναι, συνεπώς, να διαχωρίσουμε τον κρατισμό από το Κράτος και να πούμε όχι στον κρατισμό και ναι στην αναμόρφωση του Κράτους….»

Η αντικρατιστική ρητορική αντλώντας από το αναρχικό λεξιλόγιο την λέξη αντικρατισμός-αντί του φιλελεύθερου «λιγότερο κράτος»-, επιτρέπει την κατηγοριοποίηση των υποστηρικτών του κοινωνικού κράτους ως κρατιστών, και των νεοφιλελεύθερων ως ελευθεριακών.

Χαρακτηριστική περίπτωση εννοιολογικής σύγχυσης αποτελεί άρθρο της Washington post, με το τίτλο: «In Greece, austerity kindles deep discontent», όπου αναφέρεται ότι «ακόμη και οι έλληνες αναρχικοί είναι κρατιστές» , γιατί αντιδρούν στην κατάργηση του κοινωνικού κράτους.

Με αυτή τη χρήση των λέξεων και των εννοιών, η νεοφιλελεύθερη απορρύθμιση αποκτά την αίγλη μιας επανάστασης ή μεταρρύθμισης, παρά το γεγονός ότι συνιστά παλινόρθωση του πολιτικού και οικονομικού φιλελευθερισμού του 19ου αιώνα.


Η τελευταία «Σοβιετική Οικονομία» και ο «Λενινιστής» Κ. Καραμανλής.


Το πιο «ανόητο» σλόγκαν της νεοφιλελεύθερης προπαγάνδας, προκειμένου να κατασκευαστεί κοινωνική συναίνεση ως προς την αντικοινωνική πολιτική, και να προκληθεί ακροδεξιά συσπείρωση στο κόμμα της ΝΔ είναι ο χαρακτηρισμός της μεταπολιτευτικής εθνικής οικονομίας ως «Σοβιετικής»- όταν η Ελλάδα από το 1991, μαζί με τη Πορτογαλία, βρίσκεται στη πρώτη θέση των ιδιωτικοποιήσεων στην Ευρώπη.

Εντούτοις, το σλόγκαν δεν είναι τόσο ανόητο όσο φαντάζει: πρόθεση του νεοφιλελεύθερου προσωπικού είναι η επίτευξη κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας για την αναθεώρηση του άρθρου 106 του συντάγματος- εφόσον καθιστά τον κρατισμό συνταγματικά κατοχυρωμένο, αλλά και τον υποτιθέμενο «αντικρατισμό», αντισυνταγματικό!

Τι λέει το άρθρο 106 στις παραγράφους 1 και 2:

'Αρθρο 106: (Κράτος και εθνική οικονομία)

1. Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Kράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Xώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας. Λαμβάνει τα επιβαλλόμενα μέτρα για την αξιοποίηση των πηγών του εθνικού πλούτου, από την ατμόσφαιρα και τα υπόγεια ή υποθαλάσσια κοιτάσματα, για την προώθηση της περιφερειακής ανάπτυξης και την προαγωγή ιδίως της οικονομίας των ορεινών, νησιωτικών και παραμεθόριων περιοχών.

2. H ιδιωτική οικονομική πρωτοβουλία δεν επιτρέπεται να αναπτύσσεται σε βάρος της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ή προς βλάβη της εθνικής οικονομίας».

Οι αναθεωρήσεις του 1986, 2001 και 2008 άφησαν άθικτο το άρθρο 106 που εξέφραζε διαχρονικά τη σχέση κράτους και οικονομίας με ομόφωνη γνώμη των πολιτικών κομμάτων, ενώ εισηγητής του άρθρου φέρεται ο Κ. Καραμανλής, στον οποίον αποδόθηκαν αιτιάσεις για σοσιαλμανία.

Γνωστός φιλελεύθερος σχολιάζει:

«Το άρθρο 106 του Συντάγματος το εφεύρε και κατασκεύασε κατά την μεταπολίτευση ο Κωνσταντίνος Καραμανλής (ο επιλεγόμενος και «Εθνάρχης») σε εποχή που ο «σοσιαλισμός» αποτελούσε μόδα. Πρόθεσή του ήταν η σειρά από κρατικοποιήσεις στις οποίες προέβη για δημαγωγικούς λόγους αμέσως μετά την ανάληψη της εξουσίας το 1975, με κύριο στόχαστρο τον Ανδρεάδη, τον Νιάρχο και άλλους δημιουργούς μεγάλων επιχειρήσεων διεθνούς κύρους. Όπως εξομολογήθηκε τότε στον συμπαραστάτη του Γεώργιο Μαύρο, πολιτικός σκοπός του ήταν «να προλάβουμε τον Ανδρέα»!

Οι νεοφιλελεύθεροι γίνονται ακόμα πιο αιχμηροί, με την καταγγελία του άρθρου 106 ως λενινιστικού, αποδίδοντας «λενινισμό» στον Κ. Καραμανλή, ενώ, με πιο ήπιο τρόπο, ο πρόεδρος της ΝΔ, σε ομιλία του στον Economist, θα του αποδώσει την κατηγορία του κρατιστή.

(Η απορία που γεννιέται είναι γιατί η ελληνική κυβέρνηση δεν καταγγέλλει για σοσιαλμανία και λενινισμό τον Μπάρακ Ομπάμα, αφού κι αυτός ακολουθεί τα βήματα του Καραμανλή, κατασκευάζοντας μια «Σοβιετική οικονομία» στο κέντρο του καπιταλισμού!).


Κρατισμός και αντικρατισμός αλά Ελληνικά


Αντίθετα από το ψευδεπίγραφο αντικρατιστικό μένος των πρώην ελλήνων κρατιστών, οι αμερικάνοι δημοκρατικοί δεν φαίνεται να ενστερνίζονται την ευρωπαϊκή νεοφιλελεύθερη ρητορική. Οι συντηρητικοί για παράδειγμα, πιστεύουν ότι:

« Η θεωρία που έχει ο Ομπάμα για την επιχειρηματικότητα είναι ότι πίσω από κάθε επιτυχημένο επιχειρηματία, υπάρχει μια επιτυχημένη κυβέρνηση. Οι ιδιώτες είναι ανήμποροι χωρίς το κράτος, τον μεγάλο προστάτη, αρχιτέκτονα και καινοτόμο. Τα πάντα είναι τελικά μια συλλογική επιχείρηση. Η ατομική πρωτοβουλία είναι μόνο ένα επιμέρους στοιχείο της συλλογικής προσπάθειας».

Ο πρώην πρόεδρος Κλίντον, σε ένα απολογητικό άρθρο του στην Le Monde αναφέρει:

«Στην εσωτερική εκλογική μας αντιπαράθεση, η αντικρατική εμμονή αποδεικνυόταν πάντοτε αποτελεσματική. Αλλά τις αποτυχίες στις οποίες μας οδήγησε όσον αφορά την πολιτική μας δράση τις βλέπουμε ανάγλυφες… Το αντικρατικό παράδειγμα μας τυφλώνει ως προς τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται εκτός αυτού του ιδεοληπτικού πλαισίου… χρειάζεται να ξεμπερδεύουμε με τις ιδεοληπτικές αντικρατικές μας παρωπίδες και να επικεντρωθούμε στο ρόλο που θέλουμε να παίζει το κράτος στην ανανέωση της Αμερικής…”

Αμφισβητώντας τις αντικρατιστικές ιδεοληψίες, τις οποίες υπηρέτησαν στο παρελθόν, οι αμερικάνοι δημοκρατικοί αποκαθιστούν τις έννοιες:

φιλελευθερισμός, καπιταλισμός και κράτος είναι αδιαχώριστα. Ακόμη και ο Bush κατά την κρίση του 2007, αφήνοντας στην άκρη τις νεοφιλελεύθερες κορώνες, επιδόθηκε σε εκτεταμένες εθνικοποιήσεις και παρεμβάσεις. Το αμερικανικό θαύμα χτίστηκε από το κράτος και αποτελεί φενάκη ότι είναι δυνατή η κυριαρχία των πολυεθνικών και των χρηματαγορών χωρίς το software του κράτους. Άλλωστε, ο υποτιθέμενος κρατισμός του κεϋνσιανισμού που αντιδιαστέλλεται προς την ελεύθερη αγορά, δεν αποτελεί παρά ένα μοντέλο καπιταλιστικής συσσώρευσης, με βάση το οποίο συντελέστηκε η μεταπολεμική ανάπτυξη.

Βασιλικότεροι του Βασιλέως οι έλληνες πρώην κρατιστές προπαγανδίζουν την φαντασίωση της ελεύθερης αγοράς, αξιοποιώντας ταυτόχρονα όλη τη γκάμα του κρατικού νομοθετικού οπλοστάσιου.

Όμως η νεοφιλελεύθερη απορρύθμιση και οι ιδιωτικοποιήσεις παραβιάζουν ακόμη και τις «ορθόδοξες» νεοφιλελεύθερες συνταγές, με τον ίδιο τρόπο που και ο «κρατισμός» της μεταπολίτευσης, δεν υπήρξε παρά μια καρικατούρα κρατισμού: το κράτος-ιδιοκτησία μερικών διαχρονικά κατεχόντων την εξουσία οικογενειών- βρισκόταν σε τέτοιο συμφυρμό με τα ιδιωτικά μονοπώλια, ώστε το μίγμα ολιγαρχισμού, κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού και ευρωπαϊκού νεοφιλελευθερισμού να παραγάγει ένα μοναδικό οικονομικό μόρφωμα.

Ο αντικρατισμός αλά ελληνικά εμπεριέχει όλο αυτό το πρόσφατο παρελθόν: η ιδιωτικοποίηση του κράτους γίνεται με όρους εμπορικής εκποίησης.

Ο Α. Ανδριανόπουλος ( συνεπής νεοφιλελεύθερος ιδεολόγος), σε άρθρο του αναφορικά με την πώληση της ΔΕΗ και αφού επισημάνει το γεγονός ότι αφενός τα κρατικά μονοπώλια αντικαθίστανται από ιδιωτικά και αφετέρου, ότι παραχωρούνται σε κεφάλαια τα οποία δεν ρισκάρουν σε τίποτα, αφού επενδύουν με φτηνό κόστος και εξασφαλισμένο κέρδος –ακόμη και εξασφαλισμένα δίκτυα πελατών-, αναφωνεί: «Κρατισμός δηλ. και «ελεύθερη» αγορά αλα ελληνικά…».


Αντικρατισμός και Μπίζνα: BusinessEurope

Ο όψιμος αντικρατισμός δεν αφορά κάποια αιφνίδια μεταστροφή των πρώην φιλελεύθερων και σοσιαλδημοκρατών μετά από την όραση του φωτός της ελεύθερης αγοράς.
Αποτελεί την ιδεολογική επικάλυψη των επιδιώξεων της BusinessEurope (Ένωση Βιομηχανικών και Εργοδοτικών Συνδέσμων της Ευρώπης), που πρωτοστατεί στην διαμόρφωση του νέου οικονομικού μοντέλου της ΕΕ.

Ο «αντικρατισμός» δεν είναι απλά ένας ευφημισμός της «ελεύθερης αγοράς» που στρέφεται ενάντια στις κρατικές παρεμβάσεις και ρυθμίσεις στην οικονομία· ενάντια στον υποτιθέμενο κρατισμό. Είναι μέρος των εργαλείων ιδεολογικής κυριαρχίας και απαξίωσης του αντίπαλου, ώστε να συντελεστεί ανώδυνα η περικοπή του κοινωνικού κράτους, η εκποίηση της δημόσιας περιουσίας και υπηρεσιών, η κατάργηση του εργατικού δικαίου για την προστασία της εργασίας και επιπλέον, η υποχώρηση του δημοκρατικού κράτους.

Η απροκάλυπτη εργαλειοποίηση του κράτους για την εξυπηρέτηση των σκοπών της οικονομικής ελίτ, επιφέρει τον μετασχηματισμό του, αποκόβοντας όχι μόνο τα σοσιαλδημοκρατικά περιεχόμενά του, που προστέθηκαν σε αυτό μεταπολεμικά, αλλά και τα δημοκρατικά χαρακτηριστικά που παρεισέφρησαν από την αμφισβήτηση του φιλελεύθερου ολιγαρχισμού, από μέρους της δημοκρατικής παράδοσης.

(Στην ομιλία του στο συνέδριο του Economist, ο πρωθυπουργός αναφέρει: «Απόψε θα σας μιλήσω για τέσσερις λέξεις-κλειδιά που συνοψίζουν όλα όσα έγιναν τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη». Οι τέσσερις λέξεις κλειδιά είναι: μεταρρυθμίσεις, δημοσιονομική εξυγίανση, ανάπτυξη και Ασφάλεια. Στο σκέλος της ασφάλειας αναφέρει: «Φτιάχνουμε φυλακές υψίστης ασφαλείας που έχει κάθε χώρα στην Ευρώπη, σε όποια χώρα και να πάτε, και στην Αμερική….»).

Η BusinessEurope ( με το ξεκίνημα της κρίσης έθεσε στη διάθεση της ΕΕ τo project “Putting Europe Back On Track, European Growth and jobs Strategy post-2010, ), στο οποίο εκθέτει το πώς η πανευρωπαϊκή τάξη των βιομηχάνων φαντάζεται το ξεπέρασμα της οικονομικής κρίσης.

Λίγο αργότερα θα επακολουθήσει το Combining fiscal sustainability and growth: European action plan”.

Η υιοθέτηση των προτάσεων της BusinessEurope προκύπτει από την σύγκριση των συγκεκριμένων projects με το “Europe 2020” που αποτελεί το τελικό πρόγραμμα για τον οικονομικό και κοινωνικό μετασχηματισμό της Ευρώπης, που εγκρίθηκε από την ΕΕ.

Σε γενικές γραμμές, το υπερεθνικό όργανο των επιχειρηματιών εισηγείται την λιτότητα και τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις, ταυτόχρονα με ένα είδος αστυνόμευσης των υπό «μεταρρύθμιση» κρατών, από μέρους των οικονομικών ελίτ.

Οι προτάσεις αφορούν «μεταρρυθμίσεις» για την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών (λιτότητα), την δημοσιονομική πειθαρχία, τις ιδιωτικοποιήσεις, την ενέργεια, το τραπεζικό σύστημα, την παιδεία, την υγεία, το ασφαλιστικό κτλ.,

(Για μια αναλυτική έκθεση των προτάσεων και των πεπραγμένων της BusinessEurope, στο: Corporate Europe Observatory στο άρθρο BusinessEurope and Economic Governance: For austerity, against the welfare state!”.
Αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα-όπως επισημαίνει για άλλους λόγους ο Ανδριανόπουλος-δεν είναι κάποια νεοφιλελεύθερη επίθεση, με την έννοια της ιδεολογικής εμμονής για την πραγμάτωση της φιλελεύθερης ουτοπίας, αλλά μια ανηλεής ταξική επίθεση στην εργασία, τα κοινωνικά δικαιώματα και το κράτος πρόνοιας. Η υπερεθνική ελίτ των επιχειρηματιών στοχεύει σε διάνοιξη νέων πεδίων για ασφαλή κερδοφορία, μέσω της αρπαγής των δημόσιων υπηρεσιών και του ανοίγματος της αγοράς. Αυτό είναι και το περιεχόμενο της περιβόητης ανάπτυξης: μείωση του κόστους εργασίας, εισροών και φορολογίας, ταυτόχρονα με ασφαλή πεδία κερδοφορίας.

Για τα ελληνικά δεδομένα, το πρόγραμμα λιτότητας, εξυγίανσης και εσωτερικής υποτίμησης φαίνεται ότι στέφεται με πλήρη επιτυχία: η συνεχής ύφεση είναι ο επιδιωκόμενος σκοπός, εφόσον ευνοεί την αναδιανομή του πλούτου και την «ανάπτυξη» της κερδοφορίας.

Ο ΣΕΒ, δια της BusinessEurope, φαίνεται ότι έκανε πολύ καλά τη δουλειά του, επαληθεύοντας το χαρακτηρισμό «κρατικοδίαιτος», για τον ελληνικό καπιταλισμό.


Το πρόβλημα θα είναι με τους όψιμους αντικρατιστές πολιτικούς: όταν η μεταβολή των κοινωνικών συσχετισμών θα αποκαταστήσει την αλήθεια περί «αντικρατισμού», για το μεγάλο πλιάτσικο, θα εξαναγκαστούν να άδουν πάλι ύμνους στον κρατισμό, καταγγέλλοντας τον αντικρατισμό. Αλλά με τόσο αντικρατισμό, δεν θα βρίσκουν πια πελατεία: διότι θα έχουν καταφέρει να διαπλάσουν μια νέα γενιά οπαδών του Μπακούνιν!


Σουλτάνης Γρ.

Κυριακή, 10 Αυγούστου 2014

Νεολαϊκισμός και Ελιτισμός



Ο Νεολαϊκισμός χρησιμοποιήθηκε ως όρος για να περιγράψει τον ιδιότυπο λαϊκισμό που άσκησαν νεοφιλελεύθεροι ηγέτες της λατινικής Αμερικής, όπως ο Menem στην Αργεντινή, ο de Mello στη Βραζιλία, ο Fox στο Μεξικό και ο Fujimori στο Περού.

Φαντάζει όντως παράδοξο το γεγονός της ύπαρξης ενός νεοφιλελεύθερου λαϊκισμού, αφού υποτίθεται ότι ο νεοφιλελευθερισμός είναι ασύμβατος με το Λαϊκισμό-που αποτελεί κίνδυνο για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη-, λόγω των εκτεταμένων αντιμεταρρυθμίσεων που απαιτεί, ώστε μια οικονομία να οδηγηθεί σε πλήρη αγοραιοποίηση.

Ο αντίλογος στη συμβατότητα λαϊκισμού-νεοφιλελευθερισμού, επικεντρώνεται σε δύο επιχειρήματα: ότι οι ηγέτες που καλούνται να εφαρμόσουν νεοφιλελεύθερα προγράμματα, προέρχονται από λαϊκιστικά κόμματα και άρα διακρίνονται από ένα λαϊκιστικό προφίλ και δεύτερον, ότι, ο λαϊκισμός αυτός δεν οδηγεί σε κανενός είδους κινητοποίηση και ένταξη.

Τα αντεπιχειρήματα, στον αντίλογο αυτό, είναι ότι ο νεοφιλελεύθερος λαϊκισμός αποτελεί αναγκαία συνθήκη για την εφαρμογή των προγραμμάτων λιτότητας και ότι υπάρχει μια υπερεκτίμηση των αποτελεσμάτων που επέφερε ο παλιός λαϊκισμός.

Υποτίθεται βέβαια ότι η νεοφιλελεύθερη διακυβέρνηση εναντιώνεται σε κάθε υποχώρηση σε λαϊκά αιτήματα, ώστε ανεμπόδιστα να ασκηθούν πολιτικές που υπακούουν στον εξορθολογισμό, τον εκσυγχρονισμό, την αναγκαιότητα και την ορθότητα· μια ορθότητα που είναι πρωτίστως οικονομική και δευτερευόντως πολιτική, και που ορίζεται κυρίως από την οικονομική ελίτ (ευρωπαϊκή στα καθ’ ημάς), με βάση τεχνοκρατικά κριτήρια, που λόγω της φύσης τους, ενέχουν μια αντικειμενικότητα νομοτελειακής φύσης.

Όμως, τόσο η κατάργηση της πολιτικής όσο και ο βιασμός της φιλελεύθερης Δημοκρατίας, στα πλαίσια μιας εξόφθαλμης κυριαρχίας των ελίτ, συνιστά ουσιαστικά μια ακύρωση του κοινωνικού συμβολαίου και ενέχει τον κίνδυνο ανατροπής του φιλελεύθερου πολιτεύματος.

Έτσι, τίθεται ένα διαρκές ζήτημα νομιμοποίησης του καθεστώτος· κάτι που δηλώνει το συνεχές αίτημα για πολιτική σταθερότητα. Η νομιμοποίηση αυτή δεν είναι πια επαρκής μέσω της εκλογικής διαδικασίας, καθότι η νεοφιλελεύθερη διαρκής κατάσταση έκτακτης ανάγκης είναι ως εάν να σφυροκοπεί αδιάκοπα το κοινωνικό συμβόλαιο.

Ως εκ τούτου, η νομιμοποίηση μπορεί να αντληθεί αποκλειστικά με λαϊκιστικές τεχνικές, στρατηγικές που σχετίζονται με την επικοινωνία (κατασκευή κοινής γνώμης, πλασματικές δημοσκοπήσεις κτλ.) και τη χειραγώγηση μέσω της ανασφάλειας.


Ο αόρατος Ελιτισμός


Στην Ελλάδα, από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, ταυτόχρονα με την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού, εμφανίζεται το φαινόμενο του αντιλαϊκισμού: η καταγγελία του λαϊκισμού ως ενός από τα δεινά της αστικής δημοκρατίας. Έκτοτε, η καταγγελία αυτή βρίσκεται στο καθημερινό δημόσιο λόγο. Μια καταγγελία που προσάπτεται, από τις κυβερνητικές πλειοψηφίες και το δημοσιογραφικό προσωπικό, στις αντιπολιτεύσεις, εξωκοινοβουλευτικά κόμματα, κινήματα, συνδικαλιστικές οργανώσεις, ιδεολογίες ή και απόψεις.

Έτσι, οι κατά καιρούς πρωθυπουργοί της χώρας, μετά το ’90, έχουν εκφράσει τον αντιλαϊκισμό σε ένα διλημματικό πλαίσιο: «εκσυγχρονισμός ή λαϊκισμός», «μεταρρυθμίσεις ή ανέξοδος λαϊκισμός», «λαϊκισμός ή υπευθυνότητα», «ανάπτυξη ή λαϊκισμός, η παραφθαρμένη όψη της ελευθερίας».
Όπως φανερώνει ο καταγγελτικός πρωθυπουργικός λόγος, ο λαϊκισμός συνιστά κάτι απειλητικό: είναι οτιδήποτε αντιστέκεται στους σχεδιασμούς της εκάστοτε κυβερνητικής εξουσίας-που de facto αξιολογούνται ως θετικοί-, γι αυτό και του αποδίδονται ετερόκλητες αρνητικές ιδιότητες: εξαπάτηση, αντιμεταρρύθμιση, ανευθυνότητα και υπανάπτυξη.

Παρότι η έννοια του λαϊκισμού διαχέεται στο δημόσιο λόγο, με τις συνήθεις αρνητικές συνδηλώσεις που της αποδίδει η κυρίαρχη εξουσία, είναι αξιοπερίεργο το γεγονός ότι η αντίθετη έννοια, αυτή του ελιτισμού, απουσιάζει πλήρως, ακόμη και από μελέτες που διαπραγματεύονται τον λαϊκισμό.
Είναι προφανές ότι η λεκτική απουσία του ελιτισμού, δεν τον καθιστά απόντα ως πραγματικότητα. Η εναντίωση των νεοφιλελεύθερων στον λαϊκισμό εμφορείται από το γεγονός ότι είναι φορείς του ελιτισμού.

Αν ο λαϊκιστικός λόγος επικαλείται τον λαό και διχοτομεί το κοινωνικό, σε λαό/ελίτ, αυτό δεν παύει να συνιστά μια απεικόνιση της πραγματικότητας που αντιστρατεύεται την κυρίαρχη ιδεολογία, η οποία ταυτίζει το φιλελεύθερο πολίτευμα με τη Δημοκρατία και την τυπική λαϊκή κυριαρχία με την ουσιαστική.
Αντίθετα, ο αντιλαϊκιστικός λόγος είναι βαθύτατα ελιτιστικός και μειονεκτεί, λόγω του γεγονότος ότι εμπεριέχει μια ενδογενή αντίφαση: καλείται να κολακεύσει τις μάζες , τις οποίες απεχθάνεται, λόγω της ολιγαρχικής φύσης του. Έτσι, αδυνατώντας να αντιστρατευθεί την πραγματικότητα του λαϊκισμού, βάλλει κατά της λεκτικής εκφοράς του με λαϊκιστικές μεθόδους.


Νεολαϊκισμός…. αλά ελληνικά


Τα εμπόδια που συναντά ο ελιτισμός στη πράξη και η υστέρησή του σε δύναμη επιρροής, εν σχέση με τον λαϊκισμό, είναι αυτονόητα: η επίκληση της ελίτ από έναν ηγέτη, θα οδηγούσε στην καταστροφή. Συνεπώς, αν επιζητά ενδυνάμωση της πολιτικής θέσης του και υποστήριξη στο πρόγραμμά του-πάντα στα πλαίσια του φιλελεύθερου πολιτεύματος-, οφείλει, αφενός να αυτοπαρουσιασθεί ως λαϊκός ηγέτης και αφετέρου να αποτανθεί στον λαό για υποστήριξη. Αυτό όμως είναι ανέφικτο με ένα πρόγραμμα που εξυπηρετεί τις ελίτ.

Όπως αποκαλύπτει η μελέτη των νεοφιλελεύθερων ηγετών της λατινικής Αμερικής, η εγγενής αντίφαση του ελιτισμού, ξεπερνιέται με τεχνικές που βασίζονται μεν στον λαϊκιστικό λόγο-γι αυτό απαιτούνται πρόσωπα που έχουν σταδιοδρομήσει σε κάποια είδη λαϊκισμού-, αλλά με τη χρήση μιας ρητορικής που προκαλεί μετάθεση των λέξεων σε άλλες από τις συνήθεις έννοιες στις οποίες αναφέρονται.

Για παράδειγμα, ο λαϊκός ηγέτης γίνεται ο σωτήρας· Ο λαός γίνεται ο κόσμος, το έθνος ή η χώρα· Η ελίτ αντικαθίσταται από μία στοχοποιημένη κοινωνική ομάδα· Ο αντίπαλος, αντί να είναι η ελίτ γίνεται το παλιό πολιτικό ή κομματικό σύστημα· Τα δημοκρατικά αιτήματα αντικαθίστανται από την ανάπτυξη κτλ..
Αν εξετάσουμε ακροθιγώς την ελληνική περίπτωση, θα δούμε ότι οι νεοφιλελεύθεροι ηγέτες της χώρας ακολουθούν ένα παραπλήσιο νεολαϊκίστικο λόγο:

• Η κολακεία του λαού αποτελεί σταθερό μοτίβο: «Ο ελληνικός λαός είναι πονεμένος αλλά είναι και ώριμος. Ξέρει να ξεχωρίζει την υπευθυνότητα από το φθηνό λαϊκισμό». (Α. Σαμαράς).

«Όμως ο ελληνικός λαός είναι και ώριμος και σοφός…….η μεγάλη πλειονότητα του ελληνικού λαού, δεν θέλει να διασαλευθεί η σταθερότητα». (Βενιζέλος).

«Κανείς δεν πίστευε ότι ο ελληνικός λαός θα έδειχνε τέτοια ωριμότητα και αυτοπεποίθηση». (Σαμαράς).

• Η υποκατάσταση του λαού από τον ηγέτη: «Ο Ελληνικός λαός δεν έχει αντίρρηση να υποστεί προσωρινά κάποιες θυσίες για να ορθοποδήσει η χώρα». (Σαμαράς).

• Ταύτιση ηγέτη με το έθνος: «Δώστε μου τη Δύναμη ενός Έθνους, για να κερδίσουμε τη μάχη της Πατρίδας μας».

• Ο ηγέτης ως λοιδορούμενος σωτήρας : « Αυτό είναι το δίλημμα…(.)..Προτιμάς, που λέει το Ευαγγέλιο, κολαφισμούς, εμπτυσμούς και ραπίσματα; Ή προτιμάς να πάνε όλα κατά διαόλου, αλλά θέλεις να σου λένε ωσαννά; Προτιμώ το πρώτο, αρκεί η χώρα μας, η πατρίδα μας, να γλιτώσει το τρισχειρότερο». (Βενιζέλος).

• Η καταγγελία του πολιτικού συστήματος: « Ο κόσμος αποστρέφεται σήμερα το φθαρμένο πολιτικό σύστημα. Γιατί δεν αντέχει τν υποκρισία του»! (Σαμαράς)

• Η καταγγελία του κομματικού συστήματος και του κρατισμού που ταυτίζεται με το κράτος πρόνοιας: «Τη θέση της ανάπτυξης πήρε ο κρατισμός. Τη θέση της αξιοκρατίας, η κυριαρχία των κομματικών ημετέρων».


• Η μετατόπιση της διχοτόμησης λαού/ελίτ στο κοινωνικό επίπεδο, μεταξύ κοινωνικών ομάδων που διακρίνονται από το αν κατέχουν μόνιμη εργασία ή όχι «Μπορείς να κάνεις μεταρρυθμίσεις χωρίς να ξεβολευτούν οι βολεμένοι;» (Σαμαράς).

• Η καταγγελία του λαϊκισμού, που γίνεται αντιληπτός ως αίτημα για εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα: «Και όλα αυτά έγιναν γιατί συγκρουστήκαμε με τον λαϊκισμό» (Σαμαράς).

Τα ελάχιστα παραδείγματα νεοφιλελεύθερου λόγου φανερώνουν την ύπαρξη ενός ιδιότυπου λαϊκισμού που καταγγέλλει μεν τον λαϊκισμό, όχι ως διαδικασία, αλλά ως πρακτική που σχετίζεται με τις κατακτήσεις των κατώτερων τάξεων.

Κατά περίπτωση, περιέχει ρητορικά σχήματα από τον λαϊκισμό της αριστεράς ή της ακροδεξιάς, χωρίς όμως να έχει τη δύναμη να προκαλέσει κινητοποίηση · Αντίθετα, είναι ένας λαϊκισμός της ακινητοποίησης, που δεν επιτρέπει κάποιου είδους πολιτική ένταξη. Οι νεοφιλελεύθεροι προσφεύγουν στον λαό για να επιβάλλουν ερμηνευτικά σχήματα, παρά για να διεγείρουν υπάρχουσες ρητές ή άρρητες συγκρούσεις.

Από αυτή την άποψη, ο όρος νεολαϊκισμός, για τον νεοφιλελεύθερο λαϊκισμό, αδυνατεί να περιγράψει το γεγονός ότι πρόκειται για ένα είδος λαϊκισμού που βρίσκεται κοντύτερα στην κλασσική έννοια της δημαγωγίας. Γιατί, εφόσον πρόκειται για τον λαϊκισμό των εξεγερμένων ελίτ, ενάντια στα λαϊκά δικαιώματα, στο μεταπολεμικό consensus και τη δημοκρατία, δεν μπορεί να συνιστά παρά χειραγώγηση.

Σουλτάνης Γρ.

Δευτέρα, 4 Αυγούστου 2014

Νέα Δεξιά, Μεταπολίτευση και Αντιμεταπολίτευση



Τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα ονομάζονται ταμπού και ιδεοληψίες,
η υπεράσπιση των δικαιωμάτων, λαϊκισμός,
η αστυνόμευση του πολίτη, ασφάλεια,
η κοινωνική πρόνοια, το σύστημα υγείας και ασφάλισης κρατισμός,
τα συνδικάτα των εργαζόμενων, συντεχνίες,
η καταστροφή των κοινωνικών κεκτημένων, μεταρρυθμίσεις,
η κλοπή του κοινωνικού πλούτου, θυσία,
η ανεργία, η φτώχεια, ο υποσιτισμός και η ελλιπής ιατρική περίθαλψη, λιτότητα,
ο πλουραλισμός, άκρο,
η μόνιμη εργασία, βόλεμα,
η υποταγή των υποτελών τάξεων, εθνική ενότητα,
η εκποίηση των δημόσιων αγαθών, αξιοποίηση,
η εξάρτηση και η εθνική αναξιοπρέπεια, σωτηρία της χώρας κτλ., κτλ.


Συνειδητά, η ρητορική του καθεστώτος χρησιμοποιεί αρνητικές λέξεις για να τις αντιστοιχίσει σε θετικές έννοιες και το αντίστροφο. Η τεχνική αυτή έχει περιγραφεί από τον Αριστοτέλη στην «Ρητορική» του, ως μια διαδικασία όπου ο ρήτορας μπορεί να παραπλανεί τα πλήθη, έτσι ώστε, ακόμη και ένας παραλογισμός να γίνεται πιστευτός: ο ρήτορας-λέει ο Αριστοτέλης-μπορεί να παρουσιάζει την θρασύτητα ως ανδρεία, ή την ανδρεία ως δειλία. Δεν πρόκειται μόνο για ένα παιχνίδι με τις λέξεις, αλλά για μια ηθική επανεκτίμηση των εννοιών, μια νέα εννοιολόγηση ή κατασκευή της πραγματικότητας, μια ανατροπή της φυσικής τάξης.

Ζούμε στο πολιτικό καθεστώς της Νέας Δεξιάς. Καθημερινά, από το πολιτικό προσωπικό του καθεστώτος εκπορεύεται ένας προπαγανδιστικός λόγος που επιχειρεί την αποδόμηση των αξιών, με βάση τις οποίες δομήθηκαν οι κοινωνικές ταυτότητες και η κοινωνική πραγματικότητα της μεταπολίτευσης.

Η μεταπολίτευση τέλειωσε στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Στην δεκαετία που μεσουρανούν οι Ρήγκαν και Θάτσερ, τα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού καταρρέουν, η ΕΟΚ ισχυροποιείται όλο και περισσότερο και ο νεοφιλελευθερισμός γίνεται η νέα ορθοδοξία μετά την «συναίνεση της Ουάσιγκτον».

Έκτοτε είχαμε το φαινόμενο της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας, της οποίας επίσημη ιδεολογία έγινε ο νεοφιλελευθερισμός. Το τέλος της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας συμπίπτει με την υπαγωγή της χώρας στο καθεστώς της τρόικα.

Το ιδιότυπο καθεστώς που έχει δημιουργηθεί ονομάζεται συχνά «μεταδημοκρατία», συνδυάζοντας τον φορμαλισμό του κοινοβουλευτισμού, παράλληλα με ένα είδος οικονομικής δικτατορίας.

Το νέο καθεστώς δεν διαφέρει επί της ουσίας από το αυταρχικό μετεμφυλιακό κράτος της δεξιάς: κοινό στοιχείο τους είναι το παρασύσταγμα που λειτουργεί παράλληλα με το σύνταγμα σε μια κατάσταση διαρκούς έκτακτης ανάγκης.

Παρά την σύντομη διάρκειά της, η μεταπολίτευση εξέλαβε ένα έντονα συμβολικό χαρακτήρα, μιας και υπήρξε η μόνη περίοδος κατά τον 20ο αιώνα, κατά την οποία, η κοινωνία, οι άνθρωποι που δεν είχαν φωνή, έστω και έμμεσα, είδαν ότι οι πόθοι τους μπορούσαν να γίνουν πραγματικότητα.

Ήταν η μόνη στιγμή που σε κατάσταση ειρήνης και ομαλότητας, η εξουσία εξαναγκάστηκε-έστω στοιχειωδώς- να παραχωρήσει δικαιώματα και να λειτουργήσει κοινοβουλευτικά στα πλαίσια ενός κράτους δικαίου. Υπ’ αυτή την έννοια, η μεταπολίτευση δεν αποτελεί αποκατάσταση της αυταρχικής δεξιάς δημοκρατίας. Χαρακτηρίζεται από μια συνέχεια, αλλά ταυτόχρονα και ασυνέχεια.

Πράγματι, η μεταπολίτευση ανήκει περισσότερο στη σφαίρα του μύθου και λιγότερο στη σφαίρα της πραγματικότητας. Όμως, αυτό ακριβώς είναι και η δύναμή της. Είναι πλέον ένα φάντασμα ή δαίμονας, με τη θετική έννοια, που θα στοιχειώνει την πολιτική και κοινωνική ζωή.-η φαντασιακή δύναμη της μεταπολίτευσης είναι τόσο ισχυρή, ώστε δεν έγινε αντιληπτό ότι τέλειωσε νωρίς και ότι η πραγματικότητα μεταλλάχθηκε σταδιακά σε κάτι αποτρόπαιο.

Η πολιτική μεταπολίτευση είναι ένα μέρος της Μεταπολίτευσης, το οποίο συμπληρώνεται από την κοινωνική. Η πολιτική μεταπολίτευση πολύ γρήγορα εκφυλίσθηκε σε ένα είδος κομματοκρατίας που λειτούργησε ληστρικά ως προς το κράτος και την κοινωνία.

Αντίθετα, η κοινωνική μεταπολίτευση -που η Νέα Δεξιά ονομάζει «ηγεμονία της αριστεράς»-είναι ο νοερός χώρος όπου συγκλίνουν ιδέες και κοινωνικές δυναμικές που προέρχονται από το άμεσο εξεγερσιακό κοινωνικό και πολιτικό παρελθόν, από τον Μάη του ’68, από τις αντιαποικιακές ιδέες, από την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, από την λαϊκή κουλτούρα, από το χώρο του μοντερνισμού και της τέχνης.

Η κοινωνική μεταπολίτευση κινείται στους ρυθμούς ενός ιδιότυπου επαναστατικού ρομαντισμού και συνιστά ένα κοινωνικό συμβάν που υπερβαίνει τους δράστες και τα υποκείμενα, αποκτά ένα συμβολικό και μυθικό χαρακτήρα και μια αντοχή στον χρόνο.

Γι αυτό και το νέο μεταδημοκρατικό καθεστώς κατανοεί ότι δεν θα μπορέσει να πετύχει την ηγεμονία αν δεν εξαλείψει το φάντασμα της μεταπολίτευσης, αν δεν απαξιώσει την μόνη περίοδο κατά την οποία επιτεύχθηκαν οι δημοκρατικές κατακτήσεις.

Η Αντιμεταπολίτευση είναι ο συνειδητά σχεδιασμένος ιδεολογικός και συμβολικός πόλεμος ενάντια σε ότι έχει θεωρηθεί ως κεκτημένο -πραγματικό ή εννοιακό- της μεταπολίτευσης :αίτημα για περισσότερη δημοκρατία, κοινωνικά δικαιώματα, πολιτική συμμετοχή, ελευθερίες, ισονομία, δικαιοσύνη, δίκαιη κατανομή του πλούτου, δημόσια αγαθά, εργασία, παιδεία, υγεία ασφάλιση, αξιοπρέπεια, ισότητα, εθνική ανεξαρτησία, τέχνη και πολιτισμό.

Η Νέα Δεξιά (ο συνασπισμός από συντηρητικές και νεοφιλελεύθερες δυνάμεις) λανσάρει την ιδέα της «Νέας Μεταπολίτευσης», με την οποία επιδιώκει, αφενός την απαξίωση της μεταπολίτευσης και αφετέρου την οικειοποίηση του κύρους της, και την απόδοσή του στο νέο καθεστώς της μεταδημοκρατίας.

Αυτή η απόπειρα σκύλευσης της μεταπολίτευσης συνδυάζεται με την καταγγελία της ως υπαίτιας για την χρεοκοπία της χώρας. Εντούτοις, το πολιτικό σύστημα που είναι υπεύθυνο για την χρεοκοπία, με την συμπαιγνία της ΕΕ, είναι αυτό που διαμορφώθηκε από την δεκαετία του ’90 : η Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία του νεοφιλελευθερισμού, όταν η μεταπολίτευση είχε ήδη τελειώσει.

Η «Νέα Μεταπολίτευση» της Νέας Δεξιάς, η επονομαζόμενη και «Νέα Ελλάδα», αποτελεί μια νεοφιλελεύθερη καρικατούρα της πραγματικής Μεταπολίτευσης, που επιδιώκει την νομιμοποίηση του νέου αντιδημοκρατικού καθεστώτος.

Παρότι η επιτυχία της αντεπανάστασης που έχει εξαπολύσει η Νέα Δεξιά οφείλεται στην θεσμική βία και στην συνεπικουρία της νεοφιλελεύθερης ΕΕ, η ρητορική της είναι ανίκανη να αποκρύψει τις νεκρόφιλες πολιτικές που εφαρμόζονται, την αντικατάσταση της πολιτικής από τη λογιστική, την άγρια εκμετάλλευση και αναδιανομή του πλούτου.

Αν υπάρξει μια Νέα Μεταπολίτευση αυτή θα σχετίζεται με το τέλος της νεοδεξιάς κυριαρχίας και με την θέσμιση μιας αμεσοδημοκρατικής πολιτείας.

Σουλτάνης Γρ..

Σάββατο, 5 Ιουλίου 2014

ΔΕΗ: Η Μεγάλη Εκποίηση



«Δεν μπορείς να πολεμάς έναν αντίπαλο που δεν υπάρχει», έχει γραφτεί αναφορικά με τις πολιτικές μάχες που δίνονται σήμερα. Γιατί, εφόσον δεν υφίσταται πολιτική, κάθε πολιτικός αγώνας είναι ένα αναποτελεσματικό θέατρο σκιών. Το ίδιο ισχύει αναφορικά με την επίκληση στη «δημοκρατία», που υποτίθεται προσδίδει κύρος στο διάλογο, τη διαβούλευση, την ειρηνική επίλυση των συγκρούσεων. Όταν η δημοκρατία είναι ένα φάντασμα, η επίκλησή της, το μόνο που κάνει είναι να αλλοτριώνει αυτόν που την επικαλείται.


Στη περίπτωση της ιδιωτικοποίησης της ΔΕΗ γίνεται φανερό το γεγονός ότι εφαρμόζεται ένα προμελετημένο σχέδιο εκποίησης και μεταφοράς της πιο κομβικής και σημαντικής κερδοφόρου-παρά των προσπαθειών να καταστεί ελλειμματική- δημόσιας επιχείρησης σε ιδιωτικά συμφέροντα, σύμφωνα με την πολιτική απελευθέρωσης της ενέργεια της ΕΕ –που θα έπρεπε να ονομάζεται Ένωση Επιχειρηματιών Ευρώπης.


Η απουσία πολιτικής και όποιας δημοκρατικής νομιμοποίησης, θα όφειλε να οδηγήσει σε μια ανατροπή του status quo και να επιβληθεί μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης από τον ίδιο τον λαό, που στη περίπτωση αυτή θα μπορούσε να ξεκινήσει από τους ίδιους τους εργαζόμενους της ΔΕΗ.


Το κράτος, όντας υπό την κατοχή ξένων δυνάμεων, εξυπηρετεί πια αλλότρια συμφέροντα σε βάρος του λαού, εκποιώντας το δημόσιο πλούτο και τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας, με την κάλυψη παραπλανητικών ιδεολογημάτων όπως αυτών του ανταγωνισμού, της ανάπτυξης και της ΕΕ.
Στο βάθος του ορίζοντα διαφαίνεται η κινεζοποίηση του λαού της χώρας και η εκποίηση του έθνους, στα πλαίσια της αυτοκρατορικής ΕΕ με ηγέτιδα τη Γερμανία και με βάση τα γεωπολιτικά σενάρια των ΗΠΑ.

Το σκάνδαλο ΔΕΗ

Κατέχοντας τη δεύτερη θέση σε παραγωγή λιγνίτη στην ΕΈ και την έκτη παγκόσμια, η Ελλάδα –και ιδιαίτερα η ΔΕΗ-αποτελεί πρόκληση για την ευρωπαϊκή πολιτική ενέργειας.

Στόχος των ευρωπαίων δανειστών-με ιδεολογική κάλυψη από το δόγμα του ανταγωνισμού-που διαπλέκονται με τα μεγάλα ευρωπαϊκά λόμπυ της ενέργειας, δεν είναι τόσο η ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ ως εταιρία διανομής ενέργειας-κάτι που έχει ήδη συντελεστεί-αλλά η κατοχή και εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου που κατέχει ιδιοκτησιακά η ΔΕΗ.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ΔΕΗ, τα λιγνιτικά αποθέματα που θα παραχωρηθούν στην «μικρή» ΔΕΗ έναντι ευτελούς ποσού, ανέρχονται στο ποσό των 300 δις. ευρώ.

Ταυτόχρονα, η μέθοδος διάσπασης της εταιρίας σε «μικρή» και «μεγάλη» ΔΕΗ, παρέχει την δυνατότητα της σταδιακής ιδιωτικοποίησης του συνόλου του ορυκτού πλούτου, χωρίς να δημιουργηθούν αντιδράσεις. Η μεγάλη ΔΕΗ θα διασπάται σταδιακά σε μικρά κομμάτια, έως ότου να συντελεστεί η πλήρης εκχώρηση του δημόσιου πλούτου- μια μέθοδος που θα εφαρμοσθεί και σε ανάλογες περιπτώσεις (αέριο, πετρέλαιο κτλ.).


Η ΔΕΗ κατέχει λιγνιτικά κοιτάσματα, υδάτινους πόρους και τεράστιες εκτάσεις γης: σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, τα λιγνιτικά αποθέματα ανέρχονται σε 5 δις. τόνους, από αυτά εκμεταλλεύσιμα είναι τα 3,2 δισ. τόνοι, που επαρκούν για τουλάχιστον 50 χρόνια και αντιστοιχούν περίπου σε 500 εκ. τόνους πετρελαίου, ενώ η εγχώρια παραγωγή ενέργειας, αποφέρει εξοικονόμηση συναλλάγματος για τη χώρα 1 δισ. ευρώ ετήσια.


Σε αυτά θα πρέπει να προστεθεί το κοίτασμα τύρφης της ανατ. Μακεδονίας, που εκτιμάται στα 4 δισ. κυβικά μέτρα, που αντιστοιχούν σε 125 εκ. τόνους πετρελαίου.


Η ΔΕΗ επιπλέον, είναι ο ιδιοκτήτης των περιοχών στις οποίες συντελείται η εξόρυξη του λιγνίτη. Μόνο στη περιοχή της ανατολικής Μακεδονίας, η ΔΕΗ είναι κάτοχος 200.000 στρεμμάτων γης.


Επιπλέον, στις περιοχές που η ΔΕΗ έχει εγκαταστήσει υδροηλεκτρικούς σταθμούς, είναι ιδιοκτήτης των υδάτινων πόρων (λιμνών, ποταμών) και των παράκτιων περιοχών, σε πλάτος 200 μέτρων και μήκος έως τις πηγές του νερού. Κατ’ αυτό τον τρόπο η ΔΕΗ είναι ο αποκλειστικός υδροδότης της τοπικής παραγωγής.


Η παραχώρηση της ΔΕΗ σε ιδιώτες, στα πλαίσια της ευρωπαϊκής πολιτικής ενέργειας, δεν οδηγεί μόνο στην εμπορευματοποίηση της ενέργειας και την εκποίηση του ορυκτού πλούτου, αλλά και στην έμμεση ιδιωτικοποίηση του υδροφόρου ορίζοντα και στον έλεγχο της αγροτικής παραγωγής.

Ταυτόχρονα, πέραν του ότι η χώρα-σε μια περίπτωση κεϋνσιανής οικονομικής πολιτικής-θα αδυνατεί να υποστηρίξει ένα σχέδιο εγχώριας ανάπτυξης, υποβαθμίζεται γεωπολιτικά και παραδίδει τη μοίρα της στις ορέξεις της Γερμανίας και των ΗΠΑ.

Σουλτάνης Γρ.

Τρίτη, 24 Ιουνίου 2014

Για τον αδικοχαμένο Θανάση Χονδρό



Ο Θανάσης Χονδρός, ένας άνθρωπος 31 χρονών, με στοχασμό, ευαισθησίες, βουτηγμένος στη μουσική και την ποίηση, έβαλε τέλος στη ζωή του στις 14 του Ιουνίου στα Τρίκαλα, απροειδοποίητα και χωρίς να αφήσει πίσω του κάτι που να επιτρέπει ώστε να δοθεί μια ερμηνεία για την πράξη του. Το μόνο ίσως που προοιώνιζε τη πράξη του ήταν ένα Requiem που είχε συνθέσει τρεις μήνες πριν την τελευταία του πράξη, όπου εξέφραζε τα συναισθήματα που βίωνε.

Και όπως σε όλη τη σύντομη ζωή του, ο νους και τα συναισθήματά του διαπερνιόταν από μια απορία, από το «γιατί» των πραγμάτων, με το τέλος που έδωσε στη ζωή του, άφησε να πλανάται το ίδιο «γατί». Ένα γιατί που ο καθένας μπορεί να ερμηνεύσει σύμφωνα με το δικό του κόσμο, με τις «έννοιες, μέσα στις οποίες κλείνει τον κόσμο», όπως έλεγε ο ίδιος.

Γι αυτό και ανεξάρτητα από κάθε είδους ψυχολογισμό, στη περίπτωσή του ταιριάζει η στωική έννοια της «ευλόγου εξαγωγής».
Φαινομενικά, η πράξη της αυτοχειρίας είναι συνυφασμένη με μια στάση εγωισμού και δειλίας ως προς την αντιμετώπιση των προβλημάτων που θέτει η ίδια η ζωή, ένα είδος φυγής, με την οποία ελπίζει κανείς να ξεφύγει από τα αδυσώπητα ερωτήματα και τις αντιφάσεις της συνείδησης.

Όμως στη περίπτωση του Θανάση δεν συνέβαινε αυτό. Δεν του έλλειπε ούτε το θάρρος, ούτε η αγωνιστικότητα. Δεν έβλεπε τη ζωή ξεχωριστά από το θάνατο, αλλά ως τη μία από τις δύο όψεις ενός νομίσματος. Ο ίδιος έβλεπε τη ζωή ως μια αναίμακτη θυσία στην οποία πρωτοστατεί ο θάνατος: «Ζούμε για να πεθάνουμε ή επειδή πεθαίνουμε ζούμε;» έλεγε ο ίδιος.

Και αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν βυθισμένος σε μια διαρκή μελαγχολία, αλλά αντίθετα, έσφυζε από ζωή και δημιουργικότητα. Τον διαπερνούσε η ύπαρξη και των πιο μικρών ασήμαντων πραγμάτων, όλων όσα διαδραματίζονταν στο κοινωνικό γίγνεσθαι, χωρίς να καταφεύγει σε εκλογικεύσεις. Και ακριβώς αυτή η υπαρξιακή όξυνση, που συχνά δεν έβρισκε διέξοδο στις έννοιες και το λόγο, ίσως υπήρξε το καθοριστικό στοιχείο για τη τελευταία του πράξη.

Γι αυτό και η πράξη του μπορεί να ειδωθεί ως μια πράξη ελευθερίας της συνείδησης, μια συνείδησης που αντιστέκεται στην έκπτωση της ζωής, του ονείρου και της ουτοπίας, ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με τη στάση του.

Σε κάθε περίπτωση, ο κοινωνικός νους κατασκευάζει τα νοήματα, τους λόγους και τις τροπικότητες των συναισθημάτων μας. Και οι αποφάσεις ή οι επιλογές μας εμπλέκονται με τους εσωτερικευμένους κυρίαρχους δημόσιους λόγους, ώστε να είναι σχεδόν αδύνατο να διακρίνουμε το προσωπικό από το απρόσωπο στοιχείο. Εντούτοις, ο τελευταίος λόγος σε αυτό το εσωτερικό δράμα, όπου συγκρούεται ο αυτοπροσδιορισμός με τον ετεροπροσδιορισμό, ανήκει στο άτομο, ως συνειδητή βούληση, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο της συνείδησης.

Ο Θανάσης, μέσα από την αμετροεπή ευαισθησία του, γινόταν κοινωνός του κοινωνικού πόνου, ανεξάρτητα από τις ωδίνες της προσωπικής του ύπαρξης. Και ιδιαίτερα σε αυτή τη περίοδο, που η ελληνική κοινωνία βιώνει τον αφόρητο πόνο που επιφέρει η νεοφιλελευθερη επίθεση στο συλλογικό της σώμα, με τόσους ατομικούς πόνους, με τόσες κυριολεκτικές και συμβολικές αυτοκτονίες, κυριολεκτικές και συμβολικές φυγές και «εύλογες εξαγωγές», η αυτοχειρία του δεν έχει μόνο ατομικό, μα και συλλογικό νόημα. Βιώνοντας τον διάχυτο «πόνο του ανθρώπου και των πραγμάτων», η αυτοχειρία του συνιστά μια κοινωνική πράξη.

. Και όσο και αν φαίνεται σα μια πράξη ατομική, στην ουσία της είναι πράξη κοινωνική: είναι μια δολοφονία, ανεξάρτητα από τις ιδεολογικές ερμηνείες της κάθε εξουσίας που πάντα επιρρίπτει το πρόβλημα στα άτομα, αποπολιτικοποιώντας την αυτοκτονία και απενοχοποιώντας την εξουσιαστική βία.

Ο Θανάσης είχε την ατυχία-όπως και τόσοι πολλοί άλλοι-να αισθάνεται την δομική βία σε έναν υπέρμετρο βαθμό, σε έναν βαθμό που οξύνει ταυτόχρονα τις εσωτερικές συγκρούσεις και που ώθησε τη βούλησή του να επιλέξει την φυγή ως μια αξιοπρεπή αντίσταση, μπροστά στην ισοπεδωτική εργαλειακή εξουσιαστική βία που διαλύει την κοινωνία και μετατρέπει τον άνθρωπο σε εμπόρευμα και γρανάζι στον «σατανικό μύλο του κέρδους».

Σουλτάνης Γρ.