Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2015

Η Περίπτωση Ποτάμι: η Ιδεολογία της μη-Ιδεολογίας



«Πρακτικοί άνθρωποι που θεωρούν ότι δεν υφίστανται οποιαδήποτε πνευματική επιρροή (ιδεολογία), συνήθως είναι οι δούλοι κάπου μακαρίτη οικονομολόγου. Παράφρονες στην εξουσία, που ακούν φωνές να τους καλούν, αποκρυσταλλώνουν την τρέλα τους από κάποιον πανεπιστημιακό γραφιά παρελθόντων ετών», (J. M. Keynes, Γενική Θεωρία).



Η περίπτωση ΠΟΤΑΜΙ χρήζει ιδιαίτερης ανάλυσης για πολλούς λόγους- και μάλιστα για περισσότερους από εκείνους που αφορούν τη περίπτωση της Χρυσής Αυγής.

Ένας άμεσος πρακτικός λόγος είναι ότι η παρουσία του θα έχει πολιτικές επιπτώσεις στη καθημερινή ζωή των ελλήνων πολιτών. Οι άλλοι λόγοι αφορούν ερωτήματα που σχετίζονται με το ποιές δυνάμεις διαμορφώνουν την πολιτική σφαίρα, πως κατευθύνεται η πολιτική αντιπροσώπευση, πως κατασκευάζονται έννοιες που φυσικοποιούνται στη κοινωνική πραγματικότητα και πως συντελείται εν γένει η χειραγώγηση του συλλογικού νου.

Το γεγονός ότι η περίπτωση της Χρυσής Αυγής-η ίδρυση της οποίας ανάγεται στα 1980- έχει μονοπωλήσει τη προσοχή του κοινού, σε σχέση με τις εκδηλώσεις και την αύξηση της επιρροής της, έχει οδηγήσει στην παράβλεψη του γεγονότος ότι συντελείται η δημιουργία κομμάτων από προβεβλημένους ανθρώπους των Media, με την ίδια ευκολία που στήνει κάποιος μια επιχείρηση-ένα e shop- στο διαδίκτυο.

Ουσιαστικά πρόκειται για μια μεταφορά της «επιχειρηματικής κουλτούρας» και των παρεμπιπτόντων της στη πολιτική σφαίρα, καθότι, μια επιχείρηση-εκπομπή, από τη σφαίρα των media, μεταφέρεται ως κόμμα στο πολιτικό χώρο, μετατρέποντας αυτομάτως τους τηλεθεατές σε ψηφοφόρους.

Τα συμπαρομαρτούντα είναι : αυτοδημιούργητος πολιτικός, ισχυρή αίσθηση κινηματικής ιδιοκτησίας, ακόρεστη χρήση των μέσων ως προς τη προβολή του πολιτικού λόγου, λογιστικός πολιτικός λόγος, προτάσεις διακυβέρνησης κατά το πρότυπο της «εθνικής Ελλάδος» ή των εισροών-εκροών κτλ.).
Ταυτόχρονα, τα κόμματα αυτά, που είναι γνήσια τέκνα της νεοφιλελεύθερης κουλτούρας του life style, δηλώνουν την αντίθεσή τους στο πολιτικό σύστημα, επικαλούμενα την ιδεολογία της μη-ιδεολογίας. Η αναπλήρωση μάλιστα της έλλειψης ιδεολογίας γίνεται με την ιδιότυπη αναγωγή του ιδρυτού τους σε ιδεολογία, κάτι που παραπέμπει στη φασιστική παράδοση.

Πέραν τούτου, επιχειρώντας ένα μυστικιστικού τύπου άλμα, η ερμηνεία της κοινωνικο-οικονομικής πραγματικότητας γίνεται ερήμην των συγκρούσεων συμφερόντων, τάξεων, δύναμης και εξουσίας, με αποτέλεσμα, να προτάσσουν ένα ιδιότυπο τεχνο-εθνικισμό και αυταρχισμό, ως απολιτικό μοντέλο διαχείρισης των προβλημάτων της χώρας· μια διαχείριση στην οποία απέτυχε το πολιτικό κομματικό σύστημα.

Δεδομένου ότι ο ιδρυτής του κινήματος-κόμματος αποτελεί ένα είδος ένσαρκης ιδεολογίας, αυτά τα πολιτικά μορφώματα-με απουσία οργανωτικής δομής και με εθελοντές αντί μελών- μπορούν να καταταχθούν στα αρχηγικά κόμματα ολιγαρχικού τύπου της μεταμοντέρνας μεταδημοκρατικής πολιτικής κατάστασης.

Πιο συγκεκριμένα, το ΠΟΤΑΜΙΟΥ είναι το μόνο πολιτικό μόρφωμα που δραστηριοποιείται στην ελληνική πολιτική σκηνή και που δεν διαθέτει πρόεδρο, εν αντιθέσει με τα υπόλοιπα, που έχουν πρόεδρο ή γενικό γραμματέα-όπως η Χρυσή Αυγή.

Ως μεταμοντέρνο κίνημα, το ΠΟΤΑΜΙ δεν διαθέτει ιδεολογία:

ενώ όλα τα κόμματα στηρίζουν τη δράση τους και την αξίωση κατοχής της εξουσίας, στις κατευθυντήριες γραμμές κάποιας ιδεολογίας, την οποία προτάσσουν ως γενικό αξιακό πλαίσιο που καθοδηγεί τον πολιτικό λόγο, τις προτεραιότητες και τους στόχους, ώστε να είναι ικανά να εκπροσωπήσουν τις ανάγκες και τα συμφέροντα μιας συγκεκριμένης τάξης ή ομάδας συμφερόντων, στα πλαίσια της συναίνεσης που προκύπτει από τις συγκρουσιακές διαδικασίες, το ΠΟΤΑΜΙ διακηρύσσει την απουσία ιδεολογίας και την τοποθέτησή του στο «ριζοσπαστικό κέντρο», που είναι ως η «εθνική Ελλάδος!

Μάταια θα αναζητήσει κανείς την λέξη πρόεδρος ή γενικός γραμματέας στα κείμενα αυτού του κόμματος, που προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας οργανωτικής δομής.

Αντίθετα, θα διαπιστώσει ότι αντί αυτών των τίτλων που προσδιορίζουν μια λειτουργία, θέση και ρόλο ενός προσώπου, στα πλαίσια μιας οργανωμένης ομάδας, συναντά την λέξη «Σταύρος»· μια λέξη που δεν εξαντλεί το περιεχόμενό της στην ταύτιση με ένα όνομα, αλλά επεκτείνεται σε έννοιες θέσης, ρόλου, λειτουργίας, οργάνωσης, αλλά και ιδεολογίας.

Η απουσία ιδεολογίας συμπίπτει με τη παρουσία του «Σταύρου», που αποτελεί ένα είδος ένσαρκης μετα-ιδεολογίας.

Έτσι, η υποψήφια με το ποτάμι, Α. Λυμπεράκη, δηλώνει: «ένα σύγχρονο κόμμα δεν μπορεί να είναι ένα ιδεολογικό κόμμα….», απηχώντας τις απόψεις του Σταύρου που την επιβεβαιώνει: «δεν έχουμε ιδεολογία έχουμε όμως ιδέες και αρχές».

Η μελέτη των θέσεων των ιδεών και αρχών του Σταύρου, περιέργως, αποκαλύπτει ότι δεν είναι παρά κακέκτυπα των νεοφιλελεύθερων θέσεων της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, αναμεμιγμένα με μπόλικο μεσσιανισμό, μεταμοντέρνο εθνικισμό και αυταρχισμό.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η ποιότητα της εκφραστικότητας του λόγου ως προς την βεβαιότητα που αποπνέει: ένα ύφος σωτηριολογικό που βρίσκεται πιο κοντά στη βουδιστική αίσθηση της κατοχής της απόλυτης σοφίας-κάτι που χαρακτηρίζει και το λόγο των επίδοξων πολιτικών που συγκεντρώθηκαν στο ΠΟΤΑΜΙ, τόσο από το χώρο της νεοφιλελεύθερης Δεξιάς, όσο και της νεοφιλελεύθερης Αριστεράς.

Αυτό το αυταρχικό-ημιμαθές και καλοσυνάτο δε-ύφος βεβαιότητας και παντογνωσίας θα μπορούσε να αναλυθεί μόνο με τα εργαλεία με τα οποία ο Christopher Lash ανέλυσε τον αναδυόμενο ναρκισσισμό της αμερικανικής κοινωνίας στο «Η κοινωνία του Ναρκισσισμού», μιλώντας για την αποπολιτικοποίηση της πολιτικής, στη μεταβιομηχανική κοινωνία της ατομικής ψευδοεπίγνωσης.

Όπως δήλωσε το ιδρυτικό μέλος του ΠΟΤΑΜΙΟΥ, Δ. Κουρέτας, μετά την αποχώρησή του από αυτό:

"ο Θεοδωράκης θέλει ένα αρχηγικό κόμμα με 10- 15 βουλευτές άφωνους για να τους διαπραγματευτεί ο ίδιος με το πολιτικό σύστημα. Θέλει ανθρώπους άοσμους και άχρωμους που να μην έχουν φωνή για να κάνει κουμάντο ο Θεοδωράκης ο οποίος όπως αποδεικνύεται ενδιαφέρεται μόνο για την πολιτική του επιβίωση…(.)...Με πρόσχημα τάχα τον εθελοντισμό, ο Θεοδωράκης στήνει ένα κόμμα βαθιά αντιδημοκρατικό με βωβά μέλη, κομπάρσους».

Αν τα τηλε-κόμματα τύπου ΠΟΤΑΜΙ κατακλύσουν την βουλή, είναι αβέβαιο κατά πόσο θα συνεχίζει αυτή η χώρα να διαθέτει το έστω ισχνό φιλελεύθερο πολίτευμα, όταν τα εξωθεσμικά κέντρα εξουσίας, όχι μόνο θα επιλέγουν κυβερνήσεις, αλλά και θα υποβάλλουν τις αποφάσεις.

(Ας προσθέσουμε μόνο, ότι η αναγγελία της ίδρυσης του ΠΟΤΑΜΙΟΥ έγινε ταυτόχρονα με την αποκαθήλωση της Χρυσής Αυγής· δύο μορφώματα που ταυτίζονται ως προς τον αντικομματισμό, τον αντισυστημισμό, τον αρχηγισμό και κάποιες παραλληλίες στον εθνικισμό).

Σουλτάνης Γρ.

Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2015

Προεκλογική Αντιπαράθεση με Οσμή Εμφύλιου



Η ταύτιση της προεκλογικής σύγκρουσης μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ, με τη μεταπολεμική εμφύλια σύρραξη, από ηγετικά στελέχη της ΝΔ, μπορεί να ερμηνευθεί από δύο οπτικές γωνίες- που η μια δεν αποκλείει την άλλη.
Η πρώτη έχει να κάνει με την αδυναμία της ΝΔ να προκαλέσει την συσπείρωση των οπαδών της, ενώ η δεύτερη, με τους ταξικούς συσχετισμούς που έχουν διαμορφωθεί στην ελληνική κοινωνία μετά την υπαγωγή της χώρας υπό καθεστώς μνημονίου.

Η προεκλογική ρητορική της ΝΔ

Η αδυναμία της όποιας κινητοποίησης οπαδών και η βέβαιη πρωτιά του ΣΥΡΙΖΑ, εξαναγκάζει τη ΝΔ στην δαιμονοποίηση του αντίπαλου με βάση το παραδοσιακό δεξιό σχήμα: δεξιός ίσον πατριώτης, αριστερός ίσον άπατρις.
Με βάση αυτή την εξίσωση επιβάλλεται ένας γενικός δεξιός/ακροδεξιός συναγερμός ως τείχος αποτροπής του επί τας πύλας κόκκινου στρατού, που θα μετατρέψει τη χώρα σε σοβιέτ!

Χαρακτηριστικές είναι οι δηλώσεις Βορίδη, ο οποίος ούτε λίγο ούτε πολύ, ανέφερε : « Ό,τι υπερασπίστηκαν οι παππούδες μας γενναία με τα όπλα θα το υπερασπιστούμε εμείς με την ψήφο μας.(.)… Η δικιά μας η γενιά δεν θα παραδώσει τη χώρα στην Αριστερά, ό,τι και αν χρειαστεί να κάνουμε".

Το ίδιο άλλωστε είχε δηλώσει και ο πρόεδρος της ΝΔ με ποιο εύσχημο τρόπο: «Είμαι εδώ για να μην επιτρέψουμε σε κανένα να θέσει σε κίνδυνο ή σε αμφισβήτηση τη θέση της Ελλάδας στην Ευρώπη»-εννοώντας φυσικά την αριστερά, ενώ στη συνάντηση που είχε με τους δημάρχους ανατολικής αττικής, φέρεται να δήλωσε: «Αυτές οι εκλογές είναι οι πιο κρίσιμες των τελευταίων δεκαετιών, δεν θα γίνει εδώ σοβιέτ, δεν θα γίνει κομμουνισμός».

Η ρητορική αυτή-πέραν του ότι είναι παρωχημένη- είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, και γίνεται μπούμερανγκ για τους εμπνευστές της, για ένα και κύριο λόγο: ότι δεν υφίσταται κανένας κίνδυνος ανατροπής του πολιτεύματος, από την αριστερά σήμερα- και πολύ περισσότερο από το ΣΥΡΙΖΑ που στην κεντρική του γραμμή, εντάσσεται στην ευρωπαϊκή αριστερά και που επί της ουσίας εκπροσωπεί μια σοσιαλδημοκρατία με μεγαλύτερη δόση σοσιαλισμού.

Είναι βέβαιο ότι το μεγαλύτερο μέρος των μικρομεσαίων επιχειρηματιών θα πριμοδοτούσε τον ΣΥΡΙΖΑ, λόγω του κεϋνσιανού μοντέλου ανάπτυξης που ευαγγελίζεται, με βάση την τόνωση της ζήτησης.
Ο ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο είναι ένα συστημικό κόμμα, αλλά επιπλέον, υπερασπίζεται την παγκοσμιοποίηση-με ένα διαφορετικό βέβαια περιεχόμενο από τους νεοφιλελεύθερους, όπως επιπρόσθετα και το φιλελεύθερο πολίτευμα-από τη σκοπιά της δημοκρατικής παράδοσης –έτσι ώστε, μάλλον αποτελεί πιο φερέγγυο εγγυητή του πολιτεύματος, από τη ΝΔ που επέδειξε αρκούντως αντιδημοκρατικά και αντιφιλελεύθερα δείγματα γραφής.

Η αδυναμία μιας προεκλογικής καμπάνιας με θετικό μήνυμα είναι ένα σοβαρό μειονέκτημα για τη ΝΔ. Άλλωστε, ποιο θετικό μήνυμα θα μπορούσε να επινοήσει ένα κόμμα που έθεσε τη χώρα βαθύτερα στη νεκροφόρα του μνημονίου και επέβαλλε την εθνική κατάθλιψη; Η υπόσχεση του τέλους των μνημονίων δεν αποτελεί θετικό μήνυμα αλλά υπόμνηση του ζόφου.

Ιδεολογικές ερμηνείες των μνημονιακών πολιτικών

Η εμφυλιοπολεμική ρητορική, με τις σαφείς αναφορές στον ελληνικό εμφύλιο, έχει και μια δεύτερη ανάγνωση, που σχετίζεται με τις κοινωνικοοικονομικές διεργασίες της εποχής του μνημονίου, οι οποίες επέτρεψαν την ανάδυση δομικών κοινωνικών χαρακτηριστικών της ελληνικής κοινωνίας και που με τη σειρά τους επικαιροποιούν την ιστορική μνήμη.

Η εξέταση των μνημονιακών πολιτικών ως προς τα γεγονότα που τις παρήγαγαν και τα αποτελέσματα που επέφεραν, ξεκινά από τη διαπίστωση ότι δύο κόμματα εξουσίας, σε συνεργασία με τη γερμανική ελίτ και με ευκαιρία την οικονομική κρίση, αποφασίζουν να χρησιμοποιήσουν την νόμιμη κρατική βία, για να επιβάλλουν-χωρίς καμιά συναίνεση- ένα νέο οικονομικό μοντέλο, όπως ισχυρίζονται.

Τα αποτελέσματα της κρατικής θεσμικής βίας-που με κοινωνικούς όρους αποτελεί μια οργανωμένη ληστεία- είναι η υποβάθμιση της ζωής των πολιτών, η ακραία φτώχεια και η δυστυχία· μια πανθομολογούμενη ανθρωπιστική και κοινωνική κρίση που χαρακτηρίζει εμπόλεμες ζώνες.

Ποιος ωφελείται όμως από αυτά τα μέτρα;
Πρώτον οι δανειστές, δηλαδή το χρηματοπιστωτικό σύστημα·
δεύτερον οι «επενδυτές» που αγοράζουν μισοτιμής κρατικές κερδοφόρες επιχειρήσεις·
και τρίτον οι επιχειρηματίες που αυξάνουν τα κέρδη τους σε μια πάμφθηνη αγορά εργασίας μέσα στην ΕΕ.

Ποιοί χάνουν;
Πρώτα οι εργαζόμενοι που καλούνται να επιβιώσουν χωρίς δικαιώματα και με ψίχουλα, στην ανεργία ή να εγκαταλείψουν τη χώρα·
και δεύτερον η μεγάλη μάζα των μικρομεσαίων, που λόγω της απώλειας της εργασίας και της υπερφορολόγησης, χάνει σταδιακά και την όποια ιδιοκτησία κατείχε.

Αν τα γεγονότα είναι ευδιάκριτα, η ερμηνεία τους χρωματίζεται από τις ιδεολογικές θέσεις ή και από την απουσία ιδεολογικής θέσης. Σε γενικές γραμμές, έχουν διαμορφωθεί τρείς κυρίαρχοι τρόποι ερμηνείας:

Πρώτη είναι η ερμηνεία των πρωτεργατών-ΠΑΣΟΚ και ΝΔ-που ισχυρίζεται ότι οι καταστροφικές μνημονιακές πολιτικές αποτελούν μονόδρομο και αδήριτη αναγκαιότητα μαθηματικών οικονομικών νόμων και χρηματοπιστωτικών συμφωνιών που πρέπει να τηρηθούν, ώστε η χώρα να παραμείνει στο σκληρό πυρήνα της ΕΕ.

Δεύτερη είναι η εθνική/πατριωτική ερμηνεία, που υπερτονίζει την αναγκαιότητα υπεράσπισης της πατρίδας και του λαού, ερμηνεύοντας την κατάσταση με εθνικούς όρους: κατοχή, δοσιλογισμό κτλ., με κύριο εκπρόσωπο τους ΑΝΕΛ.

Τρίτη είναι η ταξική ερμηνεία, που καθώς επικεντρώνεται στη ταξική πάλη, ερμηνεύει τα γεγονότα ως μια ταξική επίθεση των ανώτερων αστικών στρωμάτων ενάντια στα δικαιώματα των λαϊκών εργαζόμενων στρωμάτων, με εκπρόσωπο το ΣΥΡΙΖΑ.

Εκτός από τις κυρίαρχες ερμηνείες υπάρχουν και οι παραλλαγές τους, όπως η εθνικιστική-κυρίως από τη ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ-, η αντικαπιταλιστική-που εναντιώνεται επιπλέον στην ΕΕ και την παγκοσμιοποίηση, με χαρακτηριστική περίπτωση το ΚΚΕ- και οι νεοφιλελεύθερες διαχειριστικές ερμηνείες που εκπροσωπούνται από κόμματα όπως το ΠΟΤΑΜΙ, ΚΙΔΗΣΟ κτλ.

Οι ιδεολογικές ερμηνείες παρουσιάζουν ενδιαφέρον από την άποψη των κοινωνικών συσχετισμών: μια ιδεολογική ερμηνεία γίνεται αποτελεσματική-κυρίαρχη-όταν ανταποκρίνεται σε μεγάλο βαθμό στα γεγονότα, εκφράζει τα συμφέροντα των υπό εκπροσώπηση ομάδων και γίνεται το κατάλληλο εργαλείο για τη συγκρότηση ενός πόλου εξουσίας.

Από αυτή την άποψη, η πρώτη, η επίσημη ερμηνεία, παρά το γεγονός ότι διαθέτει ένα τεράστιο οπλοστάσιο επιρροής και κύρους, από θέση ισχύος, εμφανίζει υστέρηση στον ιδεολογικό πόλεμο, ως αποτέλεσμα της αναντιστοιχίας με τα ίδια τα γεγονότα.

Η δεύτερη θέση διαθέτει κάποια σχετική ισχύ, αφού είναι ικανή να προκαλέσει κινητοποίηση και συσπείρωση ομάδων με συγκεκριμένο κοινωνικό κεφάλαιο, που εντούτοις, τείνει να αφομοιωθεί από τον πόλο εξουσίας της τρίτης θέσης.

Η τρίτη θέση έχει καταστεί κυρίαρχη, καθώς, με την ανταπόκρισή της στα γεγονότα αποτελεί ένα εργαλείο ερμηνείας της πραγματικότητας, άμυνας και αντεπίθεσης στον επίσημο κυρίαρχο μέχρι πρότινος λόγο.

Η καπιταλιστική αναδιάρθρωση την οποία αιφνίδια αποφάσισε η ελίτ της χώρας- με τη συνέργεια των ευρωπαίων κεφαλαιοκρατών-, χωρίς ίχνος συναίνεσης και με βίαιο τρόπο, είχε ως αποτέλεσμα την αποδιάρθρωση του κοινωνικού ιστού, την αδρανοποίηση ενός μεγάλου μέρους των λαϊκών στρωμάτων, την κινητοποίηση ενός αντίστοιχου τμήματος και υπήρξε η αφορμή ώστε να ξεπεραστεί η απολιτική κατάσταση που είχε επιφέρει η ύστερη νεοφιλελεύθερη μεταπολίτευση.

Στην Ελλάδα του μνημονίου έχουν συντελεστεί καταλυτικές μεταβολές των ταξικών συσχετισμών: συγκέντρωση μεγαλύτερου πλούτου στους πλούσιους, έξαρση της φτώχειας για τους φτωχότερους, εξαναγκασμός εργαζομένων στην ανεργία, υποβάθμιση της μικροαστικής τάξης και διάλυση της μεσαίας, ενώ ο κίνδυνος ενός συλλογικού καταποντισμού είναι παρών, με αποτέλεσμα, το μεγαλύτερο μέρος από τα κοινωνικά στρώματα που έπαθαν καθίζηση να αναζητήσει ιδεολογική στέγη και ερμηνευτικό λόγο, πέραν του επίσημου, που εκ των πραγμάτων πρόσφερε ο ΣΥΡΙΖΑ.

Συμβολική κυριαρχία και επιστροφή του εμφύλιου

Οι δηλώσεις Βορίδη-όπως οι ανάλογες του Α. Σαμαρά-φαινομενικά αποτελούν υπερβάλλουσα πολεμική στα πλαίσια της προεκλογικής αντιπαράθεσης.

Εντούτοις, η ποιότητα αυτού του πολιτικού λόγου είναι παρούσα από την αρχή της διακυβέρνησης της ΝΔ και ως επί τω πλείστων διαχέεται από τον προπαγανδιστικό μηχανισμό που έχει το όνομα «ομάδα αλήθειας», (προφανώς κατά τα πρότυπα της «Ωκεανίας» του Όργουελ, όπου το «Υπουργείο Προπαγάνδας» ευφημίζεται ως «Υπουργείο Αλήθειας»).

Δεδομένου ότι η ΝΔ ανέλαβε να φέρει εις πέρας πολιτικά, την καπιταλιστική αναδιάρθρωση της χώρας, χρησιμοποιώντας το κρατικό μονοπώλιο, εξαπέλυσε μια εκ των ων ουκ άνευ συμβολική βία για να πετύχει την ιδεολογική κυριαρχία και την νομιμοποίηση της θεσμικής βίας, αφενός, με μηχανισμούς προπαγάνδας-που παρουσιάζουν το μαύρο άσπρο- και αφετέρου, με την απαξίωση εκείνων που εναντιώνονται στο εγχείρημα που ανέλαβε.

Ο εμφυλιοπολεμικός λόγος εκπορεύεται από την νεοφιλελευθεροποίηση αυτού του κόμματος· την μετατροπή του στη λεγόμενη Νέα Δεξιά, που ιδεολογικά συνθέτει τη φιλελεύθερη με τη συντηρητική ιδεολογία.

Στη παρούσα ιστορική στιγμή διακυβεύεται η πορεία της χώρας, με μια κοινωνία αποδεκατισμένη και μια άρχουσα τάξη αποφασισμένη να έχει την πλήρη κυριαρχία του κράτους και της κοινωνίας, και να επιβάλλει την κυρίαρχη ερμηνεία της κοινωνικής πραγματικότητας, προκειμένου να επιτύχει την απορρύθμιση και επαναρρύθμιση-κατά το δοκούν-του συστήματος, η παρούσα αναμέτρηση εκλαμβάνει ένα περιεχόμενο που ξεφεύγει από το ερμηνευτικό πλαίσιο του συνήθους φιλελεύθερου πολιτικού παιχνιδιού της εναλλαγής στην εξουσία: αναπόφευκτα αποκτά το χαρακτήρα μιας πραγματικής και ταυτόχρονα συμβολικής ταξικής σύγκρουσης.

Αν ο «κυρίαρχος λαός»-που δεν έχει κανένα θεσμικό δικαίωμα πολιτικής παρέμβασης εκτός από την εκλογή κυβέρνησης-υποστηρίξει τα αντιμνημονιακά κόμματα, αυτό θα σημάνει την ήττα της άρχουσας τάξης, ανεξάρτητα από την όποια πολιτική έκβαση.

Η νίκη των λαϊκών δυνάμεων θα σηματοδοτήσει την ιδεολογική ήττα της νεοφιλελεύθερης δεξιάς και την απαξίωση της νεοφιλελεύθερης προπαγάνδας, με την οποία συμπλέκεται το σύνολο σχεδόν των Μέσων, γεγονός που θα επιφέρει την αποκάλυψη των λεκτικών μηχανισμών διαστροφής της πραγματικότητας και την απώλεια της συμβολικής κυριαρχία του νεοφιλελεύθερου λόγου.

Ανεξάρτητα από το τι θα συμβεί σε επίπεδο γεγονότων, ξεκινά μια περίοδος ηγεμονίας του λόγου της αριστεράς, αλλά και εν μέρει της πατριωτικής δεξιάς.

Επιπλέον, η συμβολική απήχηση αυτής της ήττας θα είναι καταλυτική για τις διεκδικήσεις των ποικίλλων λαϊκών κινημάτων, τουλάχιστον του ευρωπαϊκού νότου.

Πολύ σωστά λοιπόν, ο Βορίδης, εκπροσωπώντας την ηγετική ομάδα της ΝΔ, αλλά και της άρχουσας τάξης, δηλώνει ότι: "Το νόημα της αντιπαράθεσης την επόμενη Κυριακή, το νόημα των εκλογών – δεν θέλω να ξεγελιέστε -, δεν διαλέγετε ούτε ένα κόμμα, ούτε διαλέγετε ένα οικονομικό πρόγραμμα. Η επόμενη Κυριακή είναι μια τεράστια ιδεολογική σύγκρουση. Είναι η σύγκρουση ανάμεσα σε δύο κόσμους….».

Η σύγκρουση αυτή, αν και ταξική, δεν έχει ουδεμία σχέση με τον εμφύλιο, τα σοβιέτ ή τη βόρεια Κορέα- παρά το γεγονός ότι για τους ακροδεξιούς κύκλους συντελείται η κατάληψη της χώρας από το κόκκινο στρατό ή τους κόκκινους Χμερ.

Πάραυτα, θα είναι η πρώτη φορά που η άρχουσα τάξη στην Ελλάδα θα έχει υποστεί πολιτική ήττα από τις λαϊκές δυνάμεις που εκπροσωπούνται κυρίως από ένα αριστερό κόμμα, αλλά και από πατριωτικές δυνάμεις που θέτουν σε αμφισβήτηση την παραδοσιακή ταύτιση πατρίδας και δεξιάς.

Βεβαίως η άρχουσα τάξη που έχει εθιστεί στη νομή και την κληρονομικά κατοχή του κράτους, είναι βέβαιο ότι αναβιώνει με τη φαντασία της τον ελληνικό εμφύλιο, τον ΕΛΑΣ, τα σοβιέτ, και βεβαίως τα γκουλάγκ.

Σουλτάνης Γρ.

Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2015

Αστική Μνημονιακή Επίθεση, Καπιταλιστική Ανασυγκρότηση και Διάπλασις των Ελληνοπαίδων




Φαίνεται ότι πολύ σύντομα, η ιστορία θα κάνει λόγο για την επαχθή πενταετία του μνημονίου, με πολύ πιο σκοτεινά χρώματα από την επταετία της χούντας!

Οι δηλώσεις του προέδρου του Ευρωκοινοβουλίου και επικεφαλής της ευρωομάδας των σοσιαλιστών Μ. Σούλτς, ότι «τα μέτρα λιτότητας στην Ελλάδα (τα μνημόνια) ήταν αποκλειστική επιλογή της ελληνικής κυβέρνησης», επισύρουν βαριές κατηγορίες για τις κυβερνήσεις των μνημονίων, τα στελέχη των οποίων-αν είναι έτσι- πρέπει να προσαχθούν σε ειδικό δικαστήριο για εξαπάτηση του ελληνικού λαού, κατάχρηση εξουσίας, παράβαση θεμελιωδών άρθρων του συντάγματος και κατάλυση του πολιτεύματος, ηθική αυτουργία για τα θύματα των μνημονιακών πολιτικών και δόλο για την εκποίηση δημόσιων και ιδιωτικών αγαθών κτλ. κτλ..

Και φυσικά, αν οι κατηγορίες επιβεβαιωθούν, κάθε έλληνας πολίτης, θύμα των κακόβουλων πολιτικών, οφείλει να προσφύγει στη Δικαιοσύνη κατά των πρωταγωνιστών του μνημονίου, διεκδικώντας αποζημιώσεις για ηθική και υλική βλάβη.

(φυσικά οι δηλώσεις Σούλτς, ενδεχόμενα να σηματοδοτούν μια στρατηγική αποδέσμευσης της ΕΕ από τις ευθύνες της για την κοινωνική καταστροφή στην Ελλάδα, αν και είναι σύνηθες ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις χρησιμοποιούν την ΕΕ ως φόβητρο για την χειραγώγηση των κοινωνικών αντιδράσεων έναντι απεχθών μέτρων).

Εντούτοις, οι δηλώσεις Σούλτς-όπως και η παραδοχή Μοσκοβισί ότι "ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. δεν είναι εφαρμοστέος στην Ελλάδα" εξαιτίας της ίδιας - δεν προσθέτουν κάτι καινούργιο, παρά, έρχονται να επιβεβαιώσουν τις τοποθετήσεις του πρώην υπουργού οικονομικών Γ. Στουρνάρα, τον Οκτώβριο του 2013, στην βουλή των ελλήνων.

Ο συμπαθής κατά τα άλλα τραπεζίτης, είχε επισημάνει δύο πράγματα: αφενός ότι κατά την μεταπολίτευση δεν υπήρξε κανένα σοβαρό σχέδιο για την οικονομία και το κράτος, και αφετέρου, ότι το Μνημόνιο, αποτελεί ουσιαστικά το μόνο εθνικό σχέδιο πολιτικής της μεταπολίτευσης.

Με τα δικά του λόγια : «Μια από τις πιο οδυνηρές πραγματικότητες τις μεταπολίτευσης είναι ότι δεν καταρτίστηκαν σοβαρά και μακρόπνοα σχέδια για την οικονομία και το κράτος. Δεν είναι τυχαίο ότι το Μνημόνιο, αυτό το Μνημόνιο που έχουμε, παρόλες τις αδυναμίες του, είναι ίσως το μοναδικό κείμενο πολιτικής - και πρέπει να είμαστε ειλικρινείς - που έθεσε συγκεκριμένους στόχους, δεσμευτικούς, για το σύνολο του ελληνικού κράτους, είτε μας αρέσει είτε όχι».

Παραφράζοντας τη ρήση του σοφού λαού, ότι «από τρελό κι από παιδί μαθαίνεις την αλήθεια», θα λέγαμε ότι από τραπεζίτες που μιλάν για πολιτική μαθαίνεις αυτά που κρύβουν οι πολιτικοί. Διότι ο πρώην υπουργός και νυν κυβερνητικός τοποτηρητής του εγχώριου τραπεζικού συστήματος, δεν εξέφρασε κάποια προσωπική γνώμη, αλλά έχοντας ταυτόχρονα τη διπλή ιδιότητα του πολιτικού και του τραπεζίτη, διατύπωσε την κοινή γραμμή πλεύσης της εγχώριας οικονομικής και πολιτικής ελίτ, της ντόπιας ολιγαρχίας.

Επιπλέον θα ήταν ενάντια στη λογική και στη κοινή νοημοσύνη, το να υιοθετήσει κανείς την διαδεδομένη γνώμη ότι ένας πρωθυπουργός-εν προκειμένω ο ΓΑΠ-έλαβε μόνος την απόφαση ένταξης της χώρας υπό το καθεστώς της τρόικας, και ότι αυτή η απόφαση δεν πάρθηκε από το σύνολο της αστικής τάξης, σε συνεννόηση με τους ευρωπαίους.

Άλλωστε, τήδε κακείθεν, υπήρχαν πληροφορίες, αφενός, για τις συναντήσεις της τρόικας με οργανώσεις εργοδοτών, στην οποία υπέβαλλαν προτάσεις, και αφετέρου, ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις εμφάνιζαν ως «εθνική διαπραγμάτευση» την άνευ όρων αποδοχή των μέτρων που επέβαλλε η τρόικα-μέσω emails όπως αποδείχθηκε- και τα οποία είχαν ήδη εισηγηθεί σε αυτή οι εργοδότες.


Το πάρτι και η ανασυγκρότηση του Ελληνικού καπιταλισμού

Ο Στουρνάρας μίλησε για το μνημόνιο σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο: «το μνημόνιο που έχουμε», χωρίς να το αποδώσει σε τρίτους. Το χαρακτήρισε ως «το μοναδικό κείμενο πολιτικής» το οποίο είναι «δεσμευτικό για το σύνολο του ελληνικού κράτους» και το οποίο είναι το μόνο σοβαρό σχέδιο της μεταπολίτευσης-εδώ αποδεικνύεται ότι οι τραπεζίτες, ενίοτε, είναι πιο προσεκτικοί από τους λαλίστατους πολιτικούς, αφού δεν χαρακτήρισε το σχέδιο, ως «εθνικό σχέδιο σωτηρίας του έθνους», όπως εκείνοι.

Αυτό που υπονοείται είναι ότι εδώ, δεν πρόκειται για την εφαρμογή κάποιων διαρθρωτικών μέτρων με σκοπό την οικονομική ανάκαμψη, αλλά για ένα «σχέδιο» που αφορά το σύνολο του ελληνικού κράτους. Το «σύνολο του ελληνικού κράτους» δεν αναφέρεται μόνο στους πολιτικούς θεσμούς και στην απρόσωπη οικονομία, αλλά επίσης στο ιδιοκτησιακό καθεστώς, στην αγορά γης και εργασίας, στο κράτος πρόνοιας και στις ίδιες τις κοινωνικές σχέσεις.

Πρόκειται για ένα σχέδιο ανάπλασης της χώρας με βάση τις (νεο)φιλελεύθερες πολιτικές αναδιανομής του πλούτου από τις χαμηλές στις ανώτερες τάξεις, αποδυνάμωσης του κόσμου της εργασίας και συγκέντρωσης της εξουσίας σε οικονομικά κέντρα.

Από τις γενικότερες δηλώσεις των τεχνοκρατών, φαίνεται ότι το σχέδιο προσανατολίζεται στην ανασυγκρότηση του οικονομικού μοντέλου της χώρας με γνώμονα τη μείωση του συντελεστή κόστους της εργασίας. Μόνο σε αυτή τη βάση ο ελληνικός κρατικοδίαιτος καπιταλισμός μπορεί να δεχτεί να αυτενεργήσει: όταν θα έχει εξασφαλισμένο κέρδος, τόσο από τη μείωση του εργατικού κόστους, όσο και από την πάμφθηνη εξαγορά κερδοφόρων κρατικών εταιριών, με εξασφαλισμένη πελατεία.

Πραγματικά, η μεταπολίτευση δεν είχε να επιδείξει κάποιο σχέδιο καπιταλιστικής ανασυγκρότησης της χώρας. Οι κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, όμηροι της πελατείας τους και κυρίως, λόγω της διαπλοκής με τα μεγάλα ελληνικά και ευρωπαϊκά συμφέροντα, μετέτρεψαν την οικονομία σε ένα συνεχές πάρτι, το οποίο χρηματοδοτούσαν οι αγορές και ενέκριναν οι ευρωπαίοι εταίροι, αφού όλοι κέρδιζαν από αυτό.

Η οικονομική κρίση του 2007 προκάλεσε το τέλος του πάρτι και καθώς ήρθε ο λογαριασμός από τους δανειστές-που δάνειζαν και κέρδιζαν αφειδώς-τέθηκε το ζήτημα του ποιος θα πληρώσει το λογαριασμό. Και σύμφωνα με την πάγια τακτική, τον λογαριασμό έπρεπε να τον πληρώσουν εκείνοι που απουσίαζαν και δεν κλήθηκαν στο πάρτι. Έπρεπε να πληρώσουν την άγνοια και την ανικανότητά τους να παίρνουν μέρος σε πάρτι-φυσικά, το πάρτι συνεχίζεται, με τη μόνη διαφορά ότι οι καλεσμένοι είναι πια πολύ λίγοι.

Ο Στουρνάρας έχει απόλυτο δίκιο: η χώρα κατά τη μεταπολίτευση, ήταν κατά κάποιο τρόπο στον αυτόματο πιλότο, αφού η κοινωνική κινητικότητα, ο εκδημοκρατισμός και τα αιτήματα διεκδίκησης δικαιωμάτων, μετά από δεκαετίες πολιτικής και κοινωνικής βαναυσότητας, δεν επέτρεπαν την οποιαδήποτε καπιταλιστική ανασυγκρότηση-δηλαδή τη μείωση του μισθολογικού κόστους. Η έλλειψη οποιουδήποτε σχεδίου για το κράτος και την οικονομία, επέτρεψε να συντελεστεί το μεταπολιτευτικό πάρτι, στο οποίο πρωτοστατούσε το πολιτικό προσωπικό, η κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα και η παρασιτική μεσαία τάξη-ακόμη και ο πικρόχολος Σόιμπλε ισχυρίστηκε ότι για την χρεοκοπία της Ελλάδας φταίει η ελληνική ελίτ.

Γιατί, οι χαμηλές τάξεις που παρήγαγαν τον πλούτο αυτής της χώρας, για λόγους πολιτισμικούς, δεν προσέβλεπαν στο κέρδος από την ληστεία του δημόσιου χρήματος, αλλά σε μια ζωή μακριά από την αστική υποκρισία, έστω σε ένα σπίτι για ιδιοκατοίκηση. Διότι, είναι ευνόητο ότι το μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού δεν είχε κομματική ταυτότητα ή παχυλούς λογαριασμούς και δεν συμμετείχε σε κανένα πάρτι, γεγονός που φαίνεται από την τωρινή φτώχεια και δυστυχία.

Το «σχέδιο», του οποίου το μνημόνιο αποτελεί κάποιες κατευθυντήριες γραμμές, αφορά λοιπόν την ανασυγκρότηση του κράτους και της οικονομίας στη βάση της (νεο)φιλελεύθερης αντίληψης: κράτος-όργανο της αγοράς, απεριόριστα δικαιώματα στους καπιταλιστές, περιορισμός των μισθών στα όρια της επιβίωσης, κατάργηση εργασιακών δικαιωμάτων και κράτους πρόνοιας, εξαφάνιση του συνδικαλισμού, ιδιωτικοποίηση των δημόσιων αγαθών και ισχυρό νόμισμα.

Με βάση αυτό το «εθνικό σχέδιο» σωτηρίας-με τις «μεταρρυθμίσεις» και «διαρθρωτικές αλλαγές»-, ελπίζει η ελληνική ελίτ να συσσωρεύσει κέρδη και να ξανακερδίσει την εμπιστοσύνη των ευρωπαίων καπιταλιστών, χωρίς βεβαίως να πληρώσει κανένα τίμημα για την καταλήστευση του δημόσιου πλούτου και την υπερχρέωση της χώρας.

Η Εθνική διάπλασις δια του μνημονίου


Όμως, υπάρχει και μια αθέατη πλευρά του εθνοσωτήριου μνημονίου, η παιδαγωγική.
Αφορά την διάπλαση των νεοελλήνων με βάση το μοντέλο της ελεύθερης αγοράς και της ευέλικτης συσσώρευσης. Τούτο δηλώνεται κυρίως με τον όρο «Νέα Ελλάδα», που συμπεριλαμβάνει τα όσα ψυχοφελέστατα έχουν ακουσθεί από την έναρξη του μνημονίου και αφορούν στην διεφθαρμένη φύση του έλληνα, την οποία, κυρίως, το (νεο)φιλελεύθερο πολιτικό προσωπικό οφείλει να μεταλλάξει, να εξανθρωπίσει και να εκσυγχρονίσει. Αφορά την διακυβέρνηση των ανθρώπων, με βάση τις επιταγές του νέου μοντέλου ανάπτυξης, την βιοπολιτική.

Ξεκινώντας από τον πρόεδρο του ΔΝΤ, που πρώτος έκανε λόγο περί θεραπείας του «ασθενούς έλληνος», η αστική ρητορική της θεραπευτικής αγωγής της ελληνικής κοινωνίας, προσέλαβε ποίκιλλες εκφάνσεις σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πολιτικού φάσματος.

Με βάση αυτή την ανάγκη προσαρμογής του έλληνα στο μοντέλο της ελεύθερης αγοράς και διάπλασης του απείθαρχου και διεφθαρμένου χαρακτήρα του, ένα σύνολο από λεπτοφυείς μηχανισμοί προπαγάνδας, χειραγώγησης και διαμόρφωσης του ασυνειδήτου, έλαβαν χώρα από τους καθεστωτικούς διαμορφωτές της κοινής γνώμης.

Ειδικά εκπαιδευμένοι καθεστωτικοί πολιτικοί και δημοσιογράφοι ανέλαβαν την εφαρμογή ψυχοτεχνικών μεθόδων διέγερσης του υποσυνειδήτου με την καλλιέργεια ακραίου φόβου, ανασφάλειας και ενοχής, με την ταυτόχρονη στέρηση της ψυχολογικής ελπίδας και την εγγραφή στο Υπερεγώ των θυμάτων, των εντολών της εξουσίας.

Το μνημόνιο είναι ταυτόχρονα ένα σχέδιο ψυχολογικού πολέμου και κατασκευής της κοινωνίας στη βάση του μοντέλου της ελεύθερης αγοράς-του «σατανικού μύλου»- και πού σωστά, όπως λέει ο Στουρνάρας, ένα τέτοιο σχέδιο δεν διέθετε ποτέ το ελληνικό κράτος.

Με βάση την παιδαγωγική του μνημονίου, το κράτος οφείλει να επιβάλλει την τάξη και την πειθαρχία, να προκαλεί φόβο και τρόμο και να καταλύει οιοδήποτε θύλακα αντίστασης, τόσο στο χώρο όσο και στο νου·να παιδαγωγεί την κοινωνία στην πειθαρχία, στη συμμόρφωση, στην άκριτη αποδοχή των εντολών της εξουσίας και κυρίως, να καταστήσει το άτομο ως κύριο υπεύθυνο της μοίρας του, ανεξάρτητα από την κοινωνία στην οποία ζει, από τις κοινωνικές ανισότητες και από τις σχέσεις εξουσίας.

Η παιδαγωγική του μνημονίου έχει ως κύριο στόχο την ατομικοποίηση, τον κατακερματισμό των συλλογικοτήτων, την καλλιέργεια της ποσοτικής ωφελιμιστικής σκέψης που πηγάζει από τον κόσμο των επιχειρήσεων, την εκπαίδευση στην επιτηδειότητα και το κυνήγι του κέρδους.

Όσοι δεν συμμορφώνονται στα στάνταρντ που θέτει η (νεο)φιλελεύθερη παιδαγωγική, επιδεικνύοντας ποιητική, φιλοσοφική ή ρεμβώδη διάθεση, αποβάλλονται στον (νεο)φιλελεύθερο καιάδα.

Φυσικά, η παιδαγωγική του μνημονίου δεν σχετίζεται μόνο με την οικονομική κυριαρχία και την οικονομία της αγοράς, αλλά αφορά το συλλογικό φαντασιακό των φιλελεύθερων που επιδιώκει τόσο την πλήρη κυριαρχία του πλανήτη, όσο και την φαουστική αυτοθέωση.

Γι αυτό, το μνημόνιο δεν είναι μόνο ένα σχέδιο που αφορά τη χώρα, αλλά ένα μοντέλο που αν επιτύχει εδώ, θα αποτελεί τη βασική μέθοδο αγοραιοποίησης και φιλελεύθερης/καπιταλιστικής κυριαρχίας του πλανήτη.
Η ανατροπή του μνημονίου δεν θα αποτελεί ήττα μόνο του ελληνικού φιλελευθερισμού/καπιταλισμού αλλά και της υπερεθνικής νέας τάξης.

Για πέντε χρόνια, ο ελληνικός λαός βιώνει την απρόκλητη μονομερή επίθεση της εγχώριας ψευδοαστικής τάξης και του κρατικοδίαιτου καπιταλισμού (balkan capitalism), με κίνητρο την καπιταλιστική αναδιάρθρωση.

Η εγχώρια ελίτ, χάριν του κέρδους, ποδοπατεί ανθρώπινα και δημοκρατικά δικαιώματα, θεσμούς και σύνταγμα, με τη χρήση της κρατικής βίας, επιβάλλοντας μονομερώς κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ώστε να αποδυναμώσει την αντίσταση στην επίθεση που η ίδια εξαπέλυσε.

Ας μην ξεχνάμε, ότι πολιτικά υπεύθυνοι είναι οι ηγετικές ομάδες του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, η ηγετική ομάδα της οποίας ανέλαβε και την ιδιοκτησία του «σχεδίου», εξαπολύοντας τον πιο ανηλεή ψυχολογικό και θεσμικό πόλεμο που έχει δεχτεί λαός σε κατάσταση ειρήνης.

Σουλτάνης Γρ.

Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2015

Μονόδρομοι της εξουσίας




Είναι στη φύση της εξουσίας να μονοδρομεί την κοινωνική πραγματικότητα.

Έτσι, το πρόβλημα αφορά αποκλειστικά τους εξουσιαζόμενους που αποδέχονται τους μονόδρομους που τους επιβάλλονται. Εφόσον η πραγματικότητα είναι ανοιχτή σε κάθε πιθανή κατεύθυνση, η κύρια δύναμη που περιορίζει τον ανοικτό ορίζοντα είναι η εσωτερίκευση της προσταγής και της κυρίαρχης αφήγησης.
Όταν η εξουσιαστική αφήγηση δεν μπορεί να πιάσει τόπο στο μυαλό και το ασυνείδητο των εξουσιαζόμενων, οι ανατροπές είναι αναπόφευκτες.

Αναμφισβήτητα, η ιδιαιτερότητα της σημερινής ορθολογικής εξουσίας βρίσκεται στο ότι κατέχει τεράστια τεχνογνωσία, όπως επίσης τεχνικό και ανθρώπινο δυναμικό, για να επιβάλλει την επιθυμητή ερμηνεία της πραγματικότητας.

Από το 2012, οι 400 μνημονιακοί νόμοι, τα 525 προεδρικά διατάγματα, οι 2.820 ερμηνευτικοί εγκύκλιοι και οι 44 πράξεις νομοθετικού περιεχομένου- μαζί με τις χιλιάδες βόμβες κρότου λάμψης και την πολιτική και μιντιακή τρομοκρατία-, αποτελούν τον οδοστρωτήρα της κρατικής θεσμικής βίας με στόχο την κατάργηση των κοινωνικών δικαιωμάτων και την καταστολή της αντίδρασης των λαϊκών στρωμάτων.

Όμως, οι στόχοι αυτοί δεν μπορούν να ευωδοθούν χωρίς την επιβολή του καθεστωτικού εξουσιαστικού λόγου.
Η απόκρυψη της πραγματικότητας, που τη χαρακτηρίζει η ωμή βία και η υποκατάστασή της, αφενός, με έναν ψευδεπιστημονικό ντετερμινισμό που στηρίζεται στον οικονομισμό, ενδεδυμένο με θρησκευτικό μανδύα και αφετέρου, με την αστική ιδεολογία του ευρωπαϊσμού και του ευρώ, αποτελούν τα αναγκαία ιδεολογικά εργαλεία κατασκευής υπηκόων.

Αίφνης, τα οικονομικά, ένα αμφιβόλου εγκυρότητας επιστημονικό πεδίο, μαζί με τις «αγορές», αποκτούν μια ανεξαρτησία από τις κοινωνίες, ώστε, γίνονται ένας τοτεμικός θεός που απαιτεί θυσίες, ανθρωποθυσίες, τιμωρίες και υποταγή· εντολές που όταν ο λαός εκτελεί πειθήνια, επιδεικνύει «ωριμότητα». «υπομονή», «ανοχή» κτλ.-η εξουσιαστική προσταγή, ταυτόχρονα με την επίκληση της αντικειμενικότητας, πάντα συνοδεύεται από την κολακεία και την επίκληση του ήθους του λαού.

Παράλληλα, η ευρωπαϊκή ενοποίηση και το ευρώ, καταλαμβάνουν τη θέση της νέας εθνικής ιδεολογίας, που για την ελληνική ψευδοαστική τάξη ταυτίζεται με το όραμα που ασυνείδητα απεργαζόταν το έθνος ανά τους αιώνες των αιώνων.

Η γραφειοκρατική Ευρώπη, όπως και το κοινό νόμισμα, δεν έχει καν πολιτικοοικονομικό προσδιορισμό· γίνεται ένα φετίχ, μία πίστη, στην οποία όποιος δεν προσηλυτιστεί στιγματίζεται ως αντιμεταρρυθμιστής, αντιευρωπαϊστής και εθνικά επικίνδυνος.

Καθώς η νέα εθνικοφροσύνη ταυτίζεται με την Ευρώπη και το ευρώ, ο αντιευρωπαϊστής ισοδυναμεί με τον παλιό «κομμουνιστοσυμμορίτη», ενώ η παρηκμασμένη αστική τάξη, εθισμένη στο να αισθάνεται ως ο αποκλειστικός ιδιοκτήτης της χώρας, την οδηγεί στο γεωπολιτικό καιάδα-αφού οι ευρωπαϊκές δυνάμεις χρησιμοποιούν την Ευρώπη ως πρόσχημα για συσσώρευση ισχύος.

Θα αποδίδαμε μεγάλη σπουδαιότητα στην επαρχιώτικη ελληνική ψευδοαστική τάξη αν θεωρούσαμε ότι η ίδια είναι ο ιθύνων νους του εωσφορικού σχεδίου καταστολής, τρομοκρατίας, προπαγάνδας και ανατροπής της κοινωνικής ομαλότητας: το σχέδιο έχει εκπονηθεί από τα νέα αφεντικά του κόσμου, την υπερεθνική ελίτ, για την οποία η ολοκληρωτική κυριαρχία αποτελεί μονόδρομο και από την οποία η ντόπια ολιγαρχία ελπίζει να διασωθεί στον αβέβαιο επερχόμενο κόσμο.

Παρότι οι προθέσεις της διεθνούς ελίτ και της ντόπιας ψευδοαστικής τάξης είναι προφανείς, όσο προφανές είναι και το καταστροφικό έργο τους, εντούτοις η λογική του μονόδρομου είναι άκρως αποτελεσματική.

Η διάπλαση του νεοέλληνα, η κατασκευή του ενοχικού συλλογικού συνδρόμου που έχει συντελεστεί αφενός, από έναν εκκοσμικευμένο θρησκευτικό λόγο, και αφετέρου από το σύνδρομο της ήττας που καλλιεργήθηκε από τη νίκη της αστικής τάξης μεταπολεμικά, επιτρέπουν την εσωτερίκευση των εξουσιαστικών προσταγών, τη συλλογική ενοχοποίηση και συμμόρφωση.

Γιατί, πως αλλιώς να ερμηνεύσει κανείς το γεγονός ότι η βία-σε όλες τις μορφές της-όταν ασκείται από την αστική τάξη προς στα λαϊκά στρώματα θεωρείται δεδομένη, αυτονόητη, ως μέρος της φυσικής δομής των πραγμάτων, ενώ το αντίστροφα, η βία των λαϊκών στρωμάτων προς την αστική τάξη να θεωρείται ως ανατροπή της φυσικής τάξης;

Θα ήταν εύλογο, καθότιη άρχουσα τάξη εξασκεί τέτοιου μεγέθους βία, να υπάρχει ο σχεδιασμός μιας ίσου μεγέθους αντιβίας.

Αίφνης, μια λαοπρόβλητη κυβέρνηση, θα έπρεπε να θεωρείται εξίσου αυτονόητο ότι διαθέτει όχι μόνο την νομιμοποίηση, αλλά και την συλλογική προτροπή που πηγάζει από την κοινή αίσθηση του δικαίου, ώστε να προβεί στη νομοθέτηση αντίστοιχου αριθμού νομοσχεδίων, με διαταγές, εγκυκλίους και πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, για να κοινωνικοποιήσει τα δημόσια αγαθά που δόθηκαν σε ιδιώτες, να περικόψει τα προνόμια της ολιγαρχίας και να κατανείμει δίκαια τον παραγόμενο πλούτο.

Παραφράζοντας τον Καβάφη, θα λέγαμε ότι μονόδρομους «δεν θα συναντήσεις, αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου, αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου».

Σουλτάνης Γρ.

Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2015

Περί Εθνικού Συμφέροντος και Εθνικής Σωτηρίας




Στις αιτιάσεις όσων μιλούν κριτικά για την σημερινή κατάσταση στη χώρα, με εθνικούς όρους-ότι βρίσκεται υπό οικονομική κατοχή και ότι οι κυβερνώντες συνεργάζονται με τους οικονομικούς κατακτητές, έτσι ώστε να αποδίδεται σε αυτούς η άσκηση ενός σύγχρονου δωσιλογισμού-, η συνήθης απάντηση είναι ότι «ουδείς είναι περισσότερο πατριώτης από οιονδήποτε άλλον».

Φυσικά, δεν υφίσταται κανενός είδους «μετρητής του πατριωτισμού», που θα μπορούσε ακριβοδίκαια να φανερώνει μέσω μιας αριθμητικής παράστασης την πατριωτική ποσότητα που εμπεριέχεται σε καθένα πολιτικό ή ενασχολούμενο με τα δημόσια πράγματα. Εντούτοις, αν θεωρηθεί ότι κάθε έλληνας υπήκοος και μόνο με την ιδιότητα αυτή, απεργάζεται το συμφέρον της χώρας, υπάρχει ο κίνδυνος του σχετικισμού: κάθε πολιτική ενέργεια, εφόσον γίνεται από έναν de facto πατριωτισμό, θα είναι αθώα ακόμη και αν αποβαίνει καταστροφική- παρά το γεγονός ότι σε πολλές περιπτώσεις συμβαίνει και αυτό: μια πολιτική ενέργεια που γίνεται από καλή πρόθεση να επιφέρει καταστροφή.

Όμως, όπως έχει δείξει η εμπειρία, στο όνομα του εθνικού συμφέροντος είναι πολλοί που με ποικίλους τρόπους έχουν βλάψει τη χώρα: οι δοσίλογοι κατά την γερμανική κατοχή υποστήριξαν ότι η συνεργασία με τους κατακτητές έγινε για λόγους εθνικού συμφέροντος· επίορκοι πολιτικοί επίσης, επιτυγχάνουν την διασπάθιση του δημόσιου χρήματος και την εξυπηρέτηση του ατομικού τους συμφέροντος, επικαλούμενοι το εθνικό συμφέρον, τόσο αναφορικά με τις αποφάσεις όσο και με τις παραλήψεις· αντίστοιχα οι δικτατορίες δικαιολόγησαν την επιβολή τους με τον ισχυρισμό της σωτηρίας του έθνους.

Στο πρόσφατο παρελθόν γίναμε μάρτυρες του καθεστωτικού ιστορικού αναθεωρητισμού που εκτός του ότι επιχείρησε μια μεταμοντέρνα επανερμηνεία της ιστορίας, δικαίωσε τον ίδιο τον δωσιλογισμό, καθότι η προβληματική έννοια-σύμφωνα με τον αναθεωρητισμό- δεν είναι ο δωσιλογισμός αλλά η έννοια του έθνους. Η συνέπεια από την επικράτηση των αναθεωρητικών απόψεων είναι να τανυστεί τόσο πολύ η έννοια του «εθνικού συμφέροντος», ώστε να συμπεριλάβει και αυτόν τον δοσιλογισμό: κάθε πολιτική επιλογή κρίνεται αποσπασματικά ως εθνικού περιεχομένου από το γεγονός και μόνο ότι λαμβάνεται από έλληνα υπήκοο.

Ανεξάρτητα από τον σχετικισμό που επιβλήθηκε με πολιτική σκοπιμότητα, προκειμένου να εφαρμοσθούν αδιαμαρτύρητα νεοφιλελεύθερες πολιτικές στα πλαίσια της παγκόσμιας κυριαρχίας των πολυεθνικών του κεφαλαίου, και ανεξάρτητα από τις θεωρητικές διαμάχες περί κατασκευής ή μη του έθνους από το κράτος, υπάρχουν σαφή όρια μεταξύ εθνικού και αλλότριου συμφέροντος.

Στη πραγματικότητα έχει πολύ μικρή σημασία αν η έννοια του έθνους αναφέρεται σε κάποια μεταφυσική αχρονική οντότητα που παράγει την ιστορική συνέχεια. Αναμφισβήτητα, ο σύγχρονος αστικός κρατικός θεσμός προσπάθησε να οικειοποιηθεί το έθνος για πολιτικούς σκοπούς, έτσι ώστε η έννοια να αποκτά μια ρευστότητα με πολλαπλές ερμηνείες.

Επιπλέον, θα ήταν ίσως περισσότερο λειτουργική μια κοινοπολιτεία εθνοτικών κοινοτήτων στην οποία η έννοια του έθνους θα διατηρούσε το πολιτισμικό της περιεχόμενο, ενώ η πολιτική διάσταση θα αφορούσε αποκλειστικά θέματα ζωτικού χώρου, άμυνας και οικονομίας, στα πλαίσια ενός αμεσοδημοκρατικού πολιτεύματος.

Ακόμη όμως και στα όρια του κατασκευασμένου κρατικού θεσμού δεν παύει να ισχύει η έννοια του εθνικού συμφέροντος, αφού αφορά την υπεράσπιση των εθνοτικών κοινοτήτων.

Σαφώς το κρατικό συμφέρον δεν συνάδει με το κοινοτικό-όπως πολύ γλαφυρά έγινε φανερό στη περίπτωση των Σκουριών της Χαλκιδικής και στις αντιδράσεις που υπήρξαν από τις ιδιωτικοποιήσεις λιμανιών και παραλιών. Με λίγα λόγια, η υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων των κοινοτήτων και όχι των κρατικών, συνιστά το καθαυτό εθνικό συμφέρον.

Είναι φανερό ότι εφόσον το κράτος βρίσκεται στα χέρια μιας αυτοαναπαραγόμενης οικονομικής και πολιτικής ελίτ, το κρατικό συμφέρον συμπίπτει με το συμφέρον αυτής της τάξης. Επιπλέον, ότι η διαπλοκή οικονομίας και πολιτικής γεννά τα φαινόμενα διαφθοράς που γιγαντώνονται σε συνθήκες οικονομικής παγκοσμιοποίησης, ενώ το «εθνικό συμφέρον» τείνει να ταυτίζεται με το υπερεθνικό, στο βαθμό που η ντόπια ελίτ ταυτίζει τα συμφέροντά της με την υπερεθνική πολιτική και οικονομική ελίτ.
Έτσι, το «εθνικό συμφέρον» που επικαλείται η άρχουσα ελίτ οφείλει να ερμηνευτεί ως: το «συμφέρον της άρχουσας τάξης που ταυτίζεται με την ευρωπαϊκή υπερεθνική ελίτ, της οποίας τα συμφέροντα προαπαιτούν τον περιορισμό και την εξάλειψη της παραδοσιακής έννοιας της εθνικής κυριαρχίας».

Ουσιαστικά προκύπτει το εξής παράδοξο: η σωτηρία της χώρας, η προάσπιση των εθνικών συμφερόντων της, ταυτίζεται με την κατάργηση του ίδιου του εθνικού συμφέροντος και της ίδιας της χώρας! Αυτό όμως είναι μια φυσική συνέπεια της επανοργάνωσης του κόσμου στα πλαίσια ενός πλανήτη που κυριαρχούν οι πολυεθνικές και για τις οποίες ο κρατικός θεσμός συνιστά εμπόδιο.

Αν έτσι έχουν τα πράγματα, γίνεται φανερό ότι το πραγματικό εθνικό συμφέρον δεν αφορούσε ποτέ το κράτος, αλλά τις κοινότητες που απαρτίζουν μια κοινωνία, με κοινό πολιτισμικό υπόβαθρο.

Ιστορικά, όταν το επέτρεπαν οι συνθήκες, υπήρχε σύμπτωση μεταξύ κρατικού και κοινωνικού συμφέροντος, κάτι που τώρα πια φαίνεται ότι δεν συμβαίνει.
Το «έθνος» και τα συμφέροντα της ελίτ είναι διαφορετικό από το έθνος και τα συμφέροντα της κοινωνίας. Για την ελίτ υπάρχει το έθνος ως κατασκευή, για την κοινωνία το έθνος υποστασιοποιείται στην έννοια της πατρίδας και στις καθημερινές σχέσεις αλληλεγγύης και κατανόησης.

Στο πλαίσο αυτό μπορεί να γίνει κατανοητή η οικονομική και θεσμική βία της ντόπιας και ευρωπαϊκής ελίτ ενάντια στα λαϊκά στρώματα, αλλά και η επιχείρηση πλύσης εγκεφάλου, μέσω της οποίας, η Ευρώπη και το ευρώ γίνονται τα νέα εθνικά φετίχ, η νέα μεγάλη ιδέα της χώρας.

Αυτό που για την κοινωνία φαντάζει ως εθνική αναξιοπρέπεια και εθνική κατάντια, για την άρχουσα ελίτ συνιστά εθνική σωτηρία, και πορεία προς το εθνικό μεγαλείο.

Σουλτάνης Γρ.

Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2014

Ο Φιλελευθερισμός κατά των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων



Ο σύγχρονος φιλελευθερισμός δεν αμφισβητεί μόνο το κοινωνικό κράτος, αλλά και τα θεμελιώδη, συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα. Η εξέλιξη αυτή καταρρίπτει τον αστικό μύθο σύμφωνα με τον οποίο η συνταγματική κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων είναι αποτέλεσμα των κατακτήσεων του φιλελευθερισμού.

Ως κυρίαρχη ιδεολογία, ο φιλελευθερισμός, όχι μόνο αποκρύπτει την ολιγαρχική και αντιδημοκρατική του φύση, μα επιπλέον, έχει οικειοποιηθεί-ρητορικά- κάθε δημοκρατικό θεσμό που έχει επιβάλλει με τους αγώνες της η δημοκρατική κοινωνία, όπως τα θεμελιώδη δικαιώματα.

Το δράμα του φιλελευθερισμού, εδώ και δύο αιώνες, υπήρξε η αδυναμία να επιβάλλει την κοσμοθεώρησή του, αφού αντιμετώπιζε πάντα άσπονδους εχθρούς και για λόγους τακτικής όφειλε να συμβιώνει μαζί τους. Οι διάφορες μικτές μορφές φιλελευθερισμού (πχ. Κοινωνικός φιλελευθερισμός) είναι αποτέλεσμα αυτών των συμβιβασμών.

Ο μεγαλύτερος συμβιβασμός υπήρξε αυτός που συντελέστηκε μεταπολεμικά, όταν μετά το φιάσκο του διεθνοποιημένου προπολεμικού καπιταλισμού και κάτω από την πίεση του σοσιαλισμού, των δημοκρατών και του φασισμού, ο φιλελευθερισμός εξαναγκάστηκε να μοιραστεί την εξουσία με τη σοσιαλδημοκρατία, με αποτέλεσμα το μεταπολεμικό κοινωνικό συμβόλαιο. Έτσι, άθελά του, ο φιλελευθερισμός έγινε ο εγγυητής του δημοκρατικού κράτους, του κράτους ευημερίας, του κοινωνικού κράτους, του κράτους δικαίου, και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων γενικότερα.

Ο Hayek, στα 1944, έγραφε: «Αν και μας είχαν προειδοποιήσει κάποιοι από τους μεγαλύτερους πολιτικούς στοχαστές του 19ου αιώνα…(.)...οτι ο σοσιαλισμός σημαίνει σκλαβιά, κινηθήκαμε σταθερά προς την κατεύθυνση του σοσιαλισμού».

Η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού στα τέλη της δεκαετίας του ‘80, ταυτόχρονα με την μεταβολή των κοινωνικών συσχετισμών στην Ευρώπη, σηματοδότησε το τέλος των ιδεολογιών και το θρίαμβο του φιλελευθερισμού. Η απόλυτη κυριαρχία του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, η επιτάχυνση της επέκτασης του κεφαλαίου και οι διεθνείς κανόνες που επιβάλλονται από υπερεθνικούς καπιταλιστικούς οργανισμούς, υπό τη διεύθυνση μιας υπερεθνικής ελίτ, όσο και η υπονόμευση του εθνικού κράτους έχει επιτρέψει την ανασύνταξη του φιλελευθερισμού και την αθέτηση του μεταπολεμικού κοινωνικού συμβολαίου-μια ευρεία αποσοσιαλιστικοποήση.
Κατ’ αυτό τον τρόπο, ο φιλελευθερισμός, με τον αέρα του νικητή, δεν χρειάζεται πια να τηρεί τα προσχήματα, και επιστρέφοντας στις πηγές του, αναβαπτίζεται στα αυθεντικά φιλελεύθερα δόγματα.

Η καπιταλιστική αγριότητα των ημερών μας, που δεν υπολείπεται σε τίποτα από εκείνη που επέδειξε ο καπιταλισμός κατά την πρώιμη εκβιομηχάνιση στη Δυτική Ευρώπη και η διαφαινόμενη κοινωνική αντίσταση, που μπορεί να εκλάβει απροσδιόριστες εκφάνσεις είναι γεγονός ότι προβληματίζει μια μερίδα φιλελεύθερων ιδεολόγων, ώστε να επιχειρείται η απενοχοποίηση του φιλελευθερισμού με τον διαχωρισμό του φιλελευθερισμού από τον καπιταλισμού και τον νεοφιλελευθερισμό.
Ο επιφανής φιλελεύθερος L. von Mises γράφει: «Μια κοινωνία στην οποία οι αρχές του φιλελευθερισμού γίνονται πράξη καλείται συνήθως καπιταλιστική κοινωνία και η κατάσταση που επικρατεί καπιταλισμός»· «Το φαινόμενο που (κακώς) ονομάστηκε «νεοφιλελευθερισμός» πρωτοπαρουσιάστηκε στις αρχές της δεκαετίας του '80 και συνεχίζει να πρωταγωνιστεί στις διεθνείς εξελίξεις. Δεν πρόκειται όμως για τίποτε άλλο παρά για την επιστροφή των κυβερνήσεων των δυτικών (και έπειτα και των ανατολικών) χωρών της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής στις αρχές της οικονομίας της αγοράς», γράφει ο φιλελεύθερος Α. Χατζής.

Στη σημερινή συγκυρία, ο φιλελευθερισμός επιτίθεται στο αντιπροσωπευτικό πολίτευμα και στα λεγόμενα θεμελιώδη δικαιώματα, με αφορμή την κρίση της καπιταλιστικής συσσώρευσης που μπορεί να οφείλεται σε πτώση του ποσοστού κέρδους, στην υπερσυσσώρευση κεφαλαίου, στην χρηματιστικοποίηση της οικονομίας ή στην έλλειψη ανταγωνιστικότητας στα πλαίσια του παγκόσμιου οικονομικού πολέμου για τον καταμερισμό των πόρων και της εργασίας.

Σε κάθε περίπτωση, η ιδεολογικοποίηση αυτών των εξελίξεων δεν γίνεται με την κατασκευή πρόσθετων ιδελογημάτων, αλλά με την επιστροφή στα πατρώα δόγματα. Κάτι τέτοιο δεν σημαίνει δεσμευτικά ότι οι οικονομιστικοί παράγοντες διαδραματίζουν τον αποφασιστικότερο ρόλο: επιδίωξη της αστικής τάξης από την εμφάνισή της υπήρξε η κυριαρχία μέσω του κεφαλαίου· το κεφάλαιο λειτουργεί όχι μόνο ως οικονομική οντότητα, αλλά και ως σύμβολο ισχύος και κυριαρχίας.

Το οξύμωρο στη παρούσα κατάσταση είναι ότι ο φιλελευθερισμός επιτίθεται στην υποτιθέμενη θεμελιώδη αξία του: την ελευθερία- αν και επί της ουσίας, θεμελιώδη φιλελεύθερη αξία είναι η ιδιοκτησία.
Τούτο όμως δεν οφείλεται σε κάποιου είδους εγγενούς αντίφασης της φιλελεύθερης ιδεολογίας, αλλά στην διαπλοκή της με την εξουσία και την κυριαρχία.

Η πολιτική ελευθερία, ως έννοια, δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή στην ονομαστική της αξία και σε ιστορικό κενό. Αποκτά συγκεκριμένο περιεχόμενο σε κάθε ιστορική στιγμή, ανάλογα με το υποκείμενο που επιδιώκει την κυριαρχία και την εξουσία ή που τα κατέχει.
Η ελευθερία των φιλελεύθερων, ως ιστορική έννοια, αναφέρεται στα δικαιώματα των ιδιοκτητών, των εμπόρων και των επιχειρηματιών, στους αστούς πολίτες-έναντι της απολυταρχίας-,κενή από κάθε αίτημα χειραφέτησης· είναι ένας τεχνικός όρος στα πλαίσια της στρατηγικής για την κατάληψη της εξουσίας.

Αλλά καθώς «η ανθρωπότητα κυβερνιέται από τις λέξεις», όπως έλεγε ο ιστορικός Gibbon, η ασάφεια του περιεχομένου της έννοιας επέτρεψε την οικοδόμηση του φιλελεύθερου μύθου.


Η Χίμαιρα των Δικαιωμάτων


«Όποιος παλεύει με τέρατα, πρέπει να προσέξει να μη γίνει τέρας» έγραψε ο Nietzsche και φαίνεται ότι η δημοκρατική κοινωνία, τιθασεύοντας το καπιταλιστικό τέρας πίστεψε ότι το υπέταξε, ενώ ταυτόχρονα, οι σοσιαλδημοκράτες που ανέλαβαν τον ρόλο του θηριοδαμαστή μεταμορφώθηκαν σε υπερφιλελεύθερους απολογητές του. Η υπόθεση των δικαιωμάτων δεν έχει πλέον υποστηρικτές στο μπλοκ της εξουσίας.

Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν υπάρχουν ανθρώπινα δικαιώματα, πέρα από την ρητορική χρήση τους, για την εξυπηρέτηση πολιτικών σκοπών, η ίδια η έννοια του δικαιώματος είναι διάτρητη για την όποια θεμελίωση πραγματιστικών αξιώσεων.

Δεν υπάρχει αναφαίρετο, απαράγραπτο ή αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα, γιατί δικαίωμα είναι κάτι που παρέχεται από την εξουσία. Η εξουσία είναι πάροχος και εγγυητής του δικαιώματος. Η νομιμοποίηση ενός δικαιώματος και η θεμελίωσή του σε οποιαδήποτε αξιακό θεμέλιο απαιτεί την έγκριση της εξουσίας.

Τα ανθρώπινα, τα ατομικά, τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα δεν διαθέτουν καμία εγγενή αξία, στο μέτρο που εξαρτώνται από τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς χειραγώγησης και από το περιεχόμενο που αποδίδει σε αυτά η πολιτική εξουσία, το θετικό δίκαιο. Μπορούν να έχουν μόνο κάποια ετερόνομη σχετική αξία στο μέτρο που οι συσχετισμοί της κοινωνικής ισχύος το επιτρέπουν.

Έτσι, η συνταγματική κατοχύρωσή τους δεν αποτελεί εγγύηση για την πραγματική ισχύ ή διατήρησή τους. Το «κοινωνικό κράτος δικαίου» που βρίσκεται σε άμεση συνάφεια με την έννοια του πολίτη και τα κοινωνικά δικαιώματα (το «κοινωνικό κεκτημένο») δεν είναι κάτι δεδομένο και αχρονικό, αλλά αποτέλεσμα των κοινωνικών συσχετισμών.

Για την καπιταλιστική επέκταση, με την μορφή της παγκόσμιας οικονομίας της αγοράς-μια αφηρημένη σύλληψη, με βάση την οποία το σύνολο της πραγματικότητας αποκτά νόημα και αξία μέσω της εμπορευματοποίησης και της απόδοσης τιμής, δηλαδή κεφαλαιοποίησης -, τα δικαιώματα αποτελούν διπλό εμπόδιο: τόσο για την συσσώρευση υπεραξίας όσο και για την απόλυτη κυριαρχία. Η κυριαρχία της υπερεθνικής αστικής ελίτ συνδέεται άμεσα με την αξίωση αριστοκρατικών προνομίων για τον εαυτό της, γεγονός που νομιμοποιείται με την φετιχοποίηση της παγκόσμιας αγοράς.


Η Επίθεση στα κοινωνικά δικαιώματα


Τα δικαιώματα δέχονται επίθεση σε τρία επίπεδα: στο ιδεολογικό πλαίσιο που τα θεμελιώνει, στο κοινωνικό πεδίο της πραγμάτωσής τους και στο τυπικό συνταγματικό πλαίσιο.

Πρώτα στο στόχαστρο είναι τα κοινωνικά δικαιώματα και όσα πολιτικά σχετίζονται με τη συλλογική δράση, την οποία οι φιλελεύθεροι ενοχοποιούν για την μεταπολεμική σοσιαλδημοκρατική στροφή. Φιλελεύθερη κυριαρχία σημαίνει: εφαρμογή του ατομικιστικού προγράμματος, υπονόμευση του κοινωνικού κράτους, στο οποίο υποστασιοποιούνται συλλογικές, εξισωτικές και δημοκρατικές ιδέες, και ανάπτυξη ιδιωτικών κέντρων οικονομικής και πολιτικής ισχύος.

«Απομακρύνοντας την οργάνωση της οικονομικής δραστηριότητας από τον έλεγχο των πολιτικών αρχών, η αγορά εξαλείφει αυτή την πηγή της καταναγκαστικής εξουσίας. Επιτρέπει στην οικονομική ισχύ να ελέγχει, αντί να ενισχύει, την πολιτική εξουσία», γράφει ο Friedeman.

Η καπιταλιστική επίθεση στα δημόσια αγαθά και την εργασία είναι αναγκαία, όχι μόνο για την αύξηση της κερδοφορίας αλλά και για την πλήρη αστική κυριαρχία των ιδιωτών που θα αποτρέψει κάθε έλεγχο της κρατικής μηχανής από συλλογικότητες. Η εμπροσθοφυλακή των κοινωνικών δικαιωμάτων, η συλλογική δράση, τίθεται στο στόχαστρο.

Έτσι, το δικαίωμα του συνδικαλισμού και της απεργίας δέχονται μια συντονισμένη επίθεση, αφού ενοχοποιούνται ως υπεύθυνα για την οικονομική κρίση, καθώς επιτρέπουν στους εργαζόμενους, με τα συνδικαλιστικά τους όργανα, να «διώχνουν επενδύσεις, να προκαλούν ανωμαλία στην τουριστική εισροή» και να εξαναγκάζουν σε «δημοσιονομικές σπατάλες». Οι εργαζόμενοι οφείλουν να καταστούν είλωτες, με την κατάργηση του εργατικού Δικαίου και την αντικατάσταση των συλλογικών συμβάσεων με ατομικές, ενώ εμμέσως, συντελείται και η ενοχοποίηση της αυτονομημένης από την οικονομία πολιτικής εξουσίας-που ενδίδει στις πιέσεις των εργαζομένων- ώστε να διευκολυνθεί η μετάβαση εξουσιών σε ιδιωτικά κέντρα εξουσίας.

Η φιλελεύθερη τακτική έναντι των κοινωνικών δικαιωμάτων αφορά την μεθοδευμένη κατάργησή τους στην πράξη, μέσω του οικονομικού καταναγκασμού που ασκείται από τα οργανωμένα υπερεθνικά οικονομικά κέντρα, με την σταδιακή συνταγματοποίηση του κράτους νυχτοφύλακα, στο οποίο η κοινωνική προστασία αντικαθίσταται από την ελεημοσύνη.

Τα εργασιακά δικαιώματα, η προστασία του περιβάλλοντος, η κοινωνική ασφάλιση, η δημόσια υγεία, η δημόσια εκπαίδευση, οι πολιτικές στέγασης και αναδιανομής του πλούτου υπονομεύονται και χάνουν τον χαρακτήρα του δικαιώματος, αφού η εξουσία θέτει υπεράνω αυτών των δικαιωμάτων τις έννοιες της οικονομικής μεγέθυνσης, της ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας προς όφελος του κεφαλαίου.


Η επίθεση στα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα


Αν η αποδομητική επίθεση των καπιταλιστικών κέντρων εξουσίας στα κοινωνικά δικαιώματα (τα λεγόμενα τρίτης γενιάς) με βάση την φιλελεύθερη ηθική των ίσων ευκαιριών και τη δικαιοσύνη της «αόρατης χειρός» της αυτονομημένης αγοράς, είναι ως ένα βαθμό κατανοητή, στα πλαίσια της αποσοσιαλιστικοποίησης του μεταπολεμικού κράτους, η επίθεση στα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, αναδεικνύει τον ελιτιστικό, ολιγαρχικό και αντιδημοκρατικό χαρακτήρα της φιλελεύθερης ιδεολογίας.

Η συσσώρευση οικονομικής και πολιτικής δύναμης σε ιδιωτικά κέντρα εξουσίας-κατά το μοντέλο του Friedman- έχει επιτρέψει την ανεξέλεγκτη διαμόρφωση οικονομικών πολιτικών, πέρα από κάθε δημοκρατικό έλεγχο και εγγυήσεις, παράλληλα με εξωθεσμικούς κατασταλτικούς μηχανισμούς, συστήματα ελέγχου και ορθολογικοποιημένους μηχανισμούς ιδεολογικής χειραγώγησης. Στην πράξη, τα θεμελιώδη δικαιώματα έχουν καταργηθεί από τις ιδιωτικές εξουσίες, ενώ το κράτος δικαίου, έχοντας καταστεί ένα μαυσωλείο που ελέγχεται από πολιτικές μαριονέτες των κουκουλοφόρων της αγοράς, λειτουργεί πλέον μόνο συμβολικά.

Τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα που εγγυώνται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την ασφάλεια, την ελευθερία έκφρασης, ιδιωτικότητας, ιδιοκτησίας, του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι, της πληροφόρησης, της συμμετοχής στη πολιτική ζωή, κτλ., παραβιάζονται απροκάλυπτα, ενώ σταδιακά συντελείται η απονομιμοποίησή τους, καθότι οι πανίσχυρες ιδιωτικές εξουσίες (των εκατό ισχυρότερων πολυεθνικών του πλανήτη) επιβάλλουν ιδεολογικά το φετιχισμό και το αυτονομημένο Δίκαιο της αγοράς.

Η συνταγματοποίηση του κράτους της αγοράς, που εγγυάται τα μη- δικαιώματα είναι ζήτημα χρόνου, σε συνάρτηση με τους κοινωνικούς συσχετισμούς.

Το φιλελεύθερο κράτος έκτακτης ανάγκης, δεν αποτελεί την εξαίρεση, αλλά τον θεωρητικό φιλελεύθερο κανόνα που υλοποιείται στις παρούσες συνθήκες.

Παρά τον ουτοπικό χαρακτήρα της κατασκευής μιας κοινωνίας της αγοράς- και τη συλλογική ναρκισσιστική διαταραχή μεγαλείου που χαρακτηρίζει τα φιλελεύθερα υποκείμενα που την απεργάζονται-, οι κοινωνικοί συσχετισμοί, προς το παρών, καθιστούν εφικτό το σχέδιο της υπερεθνικής φιλελεύθερης ελίτ, αφού εκ των πραγμάτων, η επίθεση στα δικαιώματα έχει αποψιλώσει τους πολίτες από κάθε ιδιότητα εκτός από αυτή του είλωτα και του καταναλωτή.

Η βιοπολιτική έχει προλειάνει τον δρόμο του πολιτικού ολοκληρωτισμού που στοχεύει στην συνταγματική οχύρωση της ελίτ έναντι των πρώην πολιτών.

Γιατί, σκοπός της φιλελεύθερης ελίτ είναι η απώλεια της ιδιότητας του πολίτη από ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού που προσμετρείται σε πλανητικό και όχι εθνικό επίπεδο και κατανέμεται με βάση την «αόρατη χείρα» των μεγάλων πολυεθνικών.

Η στέρηση της ιδιότητας του πολίτη ισοδυναμεί με την μετακίνηση του υποκειμένου των δικαιωμάτων στο χώρο του κοινωνικού περιθωρίου και του αποκλεισμού.

Το κράτος Δικαίου υποκαθίσταται από το κράτος καταστολής.

Έτσι, τα υποκείμενα στερούνται όχι μόνο τα θεμελιώδη δικαιώματα, αλλά ακόμη και αυτά τα ανθρώπινα.

Οι «περιφράξεις» δεν αφορούν μόνο την ιδιωτικοποίηση των κοινών, αλλά και την περίφραξη, την κατανομή των ανθρώπων με βάση τον κοινωνικό δαρβινισμό που υπάρχει στη σκιώδη πλευρά του φιλελεύθερου ορθολογικού Λόγου.

Η κατάρρευση του φιλελεύθερου μύθου συμπαρασύρει τις ηθικορητορικές και νομικές κατασκευές, με βάση τις οποίες έγινε η δόμηση των διαχρονικών μηχανισμών χειραγώγησης των κοινωνιών, επαναφέροντας το ζήτημα των ελευθεριών, όχι ως αίτημα ή αξίωση προς κάποια εξουσία-που υποκαθιστά το Θεό-, αλλά ως αυταξία και αυτοδίκαιη πράξη που επιβάλλεται από μια κοινωνία που λειτουργεί πολιτικά, μέσα από διαδικασίες αυτονομίας, αυτοδιαχείρισης και αυτοθέσμισης.

Σουλτάνης Γρ.

Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2014

Η Χρηματιστικοποίηση του Θανάτου




Ο θάνατος-το προσδόκιμο του θανάτου-είναι ένα νέος επενδυτικός τομέας, όπου επενδυτικά χαρτοφυλάκια μπορούν να προσφέρουν αυξημένες αποδόσεις. Το συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό προϊόν δημιουργήθηκε από την Deutsche Bank και κάθε ανυποψίαστος πολίτης θα μπορούσε να αποτελεί αντικείμενό του.

Και ενώ, η επέκταση του κεφαλαίου, σε πεδία κερδοφορίας που άπτονται αξιακές σφαίρες της ανθρώπινης ζωής έχει συντελεστεί ήδη από τον 19ο αιώνα (πχ. ασφάλειες υγείας, θανάτου κτλ.), η κεφαλαιοποίηση του ίδιου του γεγονότος του θανάτου αποτελεί μια πρόσφατη εξέλιξη: μια ασφάλεια ζωής εκμεταλλεύεται το αναπόφευκτο του θανάτου ώστε να εκβιάσει ένα είδος αποταμίευσης από την οποία θα αποκομίσει κέρδος η ασφαλιστική εταιρία και ένα ποσό οι συγγενείς του ενδιαφερόμενου· αντίθετα, η επένδυση στο θάνατο αφορά την κερδοφορία που επέρχεται από την πιθανότητα του θανάτου χωρίς τη συμμετοχή του ενδιαφερόμενου.

Με βάση την ίδια επενδυτική λογική, γίνεται και η επένδυση στη χρεοκοπία, χωρών ή δημόσιων και ιδιωτικών επιχειρήσεων, από hedge funds που για να διασφαλίσουν τα κέρδη, ασκούν εκτεταμένη χειραγώγηση ως προς το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Το γεγονός αυτό, επιτρέπει να φανταστούμε ότι στη περίπτωση της επένδυσης στο θάνατο, εκτός του ότι θα ήταν ευκταία, είναι πιθανή μια επίσπευση του θανάτου στα υπό επένδυση υποκείμενα.

Είναι επίσης στα όρια του πιθανού να φανταστούμε ότι υφίστανται χρηματοοικονομικά προϊόντα-τα οποία είναι πλήρως αδιαφανή- που επενδύουν στην ασθένεια, την φυσική καταστροφή, τη δολοφονία κτλ.-προϊόντα που απέχουν αρκετά από τις κερδοφόρες βιομηχανίες των ναρκωτικών και της εμπορίας ανθρώπων, των οποίων τα κέρδη οδηγούνται σε νομιμοποίηση μέσα από το αδιαφανές χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Το χαρακτηριστικό που διακρίνει αυτά τα νέα χρηματοοικονομικά προϊόντα είναι ότι κατευθύνουν τις επενδύσεις, όχι στα λεγόμενα «πλασματικά» εμπορεύματα (εργασία, γη, χρήμα), αλλά σε βιολογικές, κοινωνικές και πολιτισμικές διαδικασίες λίγο ως πολύ άυλες. Ουσιαστικά, επέρχεται η πλήρη εμπορευματοποίηση του πραγματικού (υλικών και άυλων πραγματικοτήτων) : το κεφάλαιο λειτουργεί με όρους παραδοσιακού καζίνου ή γυρολόγου παπατζή, στοιχηματίζοντας σε οτιδήποτε διαπερνάται από μια έννοια διακινδύνευσης ή αβεβαιότητας.

Οι δραστηριότητες αυτές αποτελούν πεδία κερδοφορίας υψηλού ρίσκου-αν και με απόλυτο έλεγχο- και σε καμιά περίπτωση δεν συνιστούν κερδοσκοπικά παιχνίδια: όσοι τις χαρακτηρίζουν ως δείγματα ενός καπιταλισμού «καζίνο», «ζόμπι», «εκτός νόμου», «ολοκληρωτικού» κτλ., διαπράττουν ένα διπλό σφάλμα: από τη μια θεωρούν ότι υφίσταται ένας υγιής ηθικός καπιταλισμός που προσανατολίζεται στην ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών και από την άλλη αποδίδουν στον καπιταλισμό ιδιότητες που δεν του ανήκουν, καθώς προέρχονται είτε από την τακτική υποχώρησης του φιλελευθερισμού έναντι του μαρξισμού είτε από την επιχείρηση ρυθμισής του εκ μέρους της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας.

Στην πραγματικότητα, η διάκριση μεταξύ χρηματιστικού και παραγωγικού κεφαλαίου -που επιτρέπει την νομιμοποίηση του καπιταλισμού-είναι παραπλανητική, αφού και τα δύο αποτελούν συμπληρωματικές όψεις του ίδιου φαινομένου. Το «πλασματικό» κεφάλαιο δεν είναι λιγότερο πραγματικό από το παραγωγικό.

Ο καπιταλισμός ως ιδέα, ως δομή κατασκευής του πραγματικού εκτυλίσσει τις συνέπειές του στο πεδίο της πραγματικότητας· αποτελεί το υποκείμενο, για το οποίο η πραγματικότητα συνιστά το αντικείμενο.

Αν εκλάβουμε τον καπιταλισμό όχι μόνο ως ένα σύστημα εκμετάλλευσης -και σε συνάρτηση με το θεσμικό πλαίσιο εξουσίας-, αλλά και ως σύστημα κυριαρχίας που εδράζεται στη φιλελεύθερη ιδεολογία γίνεται κατανοητό γιατί το Κεφάλαιο δημιουργεί αξία και αποδίδει ποσοτική τιμή σε κάθε πτυχή του πραγματικού.

Από την άποψη μιας οντολογίας του καπιταλισμού ή μιας διαλεκτικής του κακού, η πραγματικότητα οφείλει να υποκατασταθεί από την παγκόσμια αγορά, κάθε ζωντανή ύπαρξη από μια νεκρή ποσότητα, κάθε έννοια από έναν αριθμό.

Η ολοκληρωτική κεφαλαιοποίηση αποτελεί την ολοκληρωτική κυριαρχία του συλλογικού εγωισμού-υπερβατικού θα λέγαμε-που καθιστά αντικείμενα και τα ίδια τα υποκείμενα.

Από αυτή τη σκοπιά, οι πρόσφατες νεοφιλελεύθερες θανατηφόρες πολιτικές λιτότητας δεν σηματοδοτούν μόνο ένα νέο καθεστώς συσσώρευσης, αλά και ένα νέο καθεστώς κυριαρχίας: η εργασία και η ζωή-ως μέσα συσσώρευσης- καθίστανται περιττά σε σχέση με την επίτευξη της ολοκληρωτικής κυριαρχίας· ο θάνατος αποδεικνύεται πιο χρήσιμος τόσο από πλευράς συσσώρευσης όσο και κυριαρχίας.

Σουλτάνης Γρ.