Κυριακή, 10 Αυγούστου 2014

Νεολαϊκισμός και Ελιτισμός



Ο Νεολαϊκισμός χρησιμοποιήθηκε ως όρος για να περιγράψει τον ιδιότυπο λαϊκισμό που άσκησαν νεοφιλελεύθεροι ηγέτες της λατινικής Αμερικής, όπως ο Menem στην Αργεντινή, ο de Mello στη Βραζιλία, ο Fox στο Μεξικό και ο Fujimori στο Περού.

Φαντάζει όντως παράδοξο το γεγονός της ύπαρξης ενός νεοφιλελεύθερου λαϊκισμού, αφού υποτίθεται ότι ο νεοφιλελευθερισμός είναι ασύμβατος με το Λαϊκισμό-που αποτελεί κίνδυνο για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη-, λόγω των εκτεταμένων αντιμεταρρυθμίσεων που απαιτεί, ώστε μια οικονομία να οδηγηθεί σε πλήρη αγοραιοποίηση.

Ο αντίλογος στη συμβατότητα λαϊκισμού-νεοφιλελευθερισμού, επικεντρώνεται σε δύο επιχειρήματα: ότι οι ηγέτες που καλούνται να εφαρμόσουν νεοφιλελεύθερα προγράμματα, προέρχονται από λαϊκιστικά κόμματα και άρα διακρίνονται από ένα λαϊκιστικό προφίλ και δεύτερον, ότι, ο λαϊκισμός αυτός δεν οδηγεί σε κανενός είδους κινητοποίηση και ένταξη.

Τα αντεπιχειρήματα, στον αντίλογο αυτό, είναι ότι ο νεοφιλελεύθερος λαϊκισμός αποτελεί αναγκαία συνθήκη για την εφαρμογή των προγραμμάτων λιτότητας και ότι υπάρχει μια υπερεκτίμηση των αποτελεσμάτων που επέφερε ο παλιός λαϊκισμός.

Υποτίθεται βέβαια ότι η νεοφιλελεύθερη διακυβέρνηση εναντιώνεται σε κάθε υποχώρηση σε λαϊκά αιτήματα, ώστε ανεμπόδιστα να ασκηθούν πολιτικές που υπακούουν στον εξορθολογισμό, τον εκσυγχρονισμό, την αναγκαιότητα και την ορθότητα· μια ορθότητα που είναι πρωτίστως οικονομική και δευτερευόντως πολιτική, και που ορίζεται κυρίως από την οικονομική ελίτ (ευρωπαϊκή στα καθ’ ημάς), με βάση τεχνοκρατικά κριτήρια, που λόγω της φύσης τους, ενέχουν μια αντικειμενικότητα νομοτελειακής φύσης.

Όμως, τόσο η κατάργηση της πολιτικής όσο και ο βιασμός της φιλελεύθερης Δημοκρατίας, στα πλαίσια μιας εξόφθαλμης κυριαρχίας των ελίτ, συνιστά ουσιαστικά μια ακύρωση του κοινωνικού συμβολαίου και ενέχει τον κίνδυνο ανατροπής του φιλελεύθερου πολιτεύματος.

Έτσι, τίθεται ένα διαρκές ζήτημα νομιμοποίησης του καθεστώτος· κάτι που δηλώνει το συνεχές αίτημα για πολιτική σταθερότητα. Η νομιμοποίηση αυτή δεν είναι πια επαρκής μέσω της εκλογικής διαδικασίας, καθότι η νεοφιλελεύθερη διαρκής κατάσταση έκτακτης ανάγκης είναι ως εάν να σφυροκοπεί αδιάκοπα το κοινωνικό συμβόλαιο.

Ως εκ τούτου, η νομιμοποίηση μπορεί να αντληθεί αποκλειστικά με λαϊκιστικές τεχνικές, στρατηγικές που σχετίζονται με την επικοινωνία (κατασκευή κοινής γνώμης, πλασματικές δημοσκοπήσεις κτλ.) και τη χειραγώγηση μέσω της ανασφάλειας.


Ο αόρατος Ελιτισμός


Στην Ελλάδα, από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, ταυτόχρονα με την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού, εμφανίζεται το φαινόμενο του αντιλαϊκισμού: η καταγγελία του λαϊκισμού ως ενός από τα δεινά της αστικής δημοκρατίας. Έκτοτε, η καταγγελία αυτή βρίσκεται στο καθημερινό δημόσιο λόγο. Μια καταγγελία που προσάπτεται, από τις κυβερνητικές πλειοψηφίες και το δημοσιογραφικό προσωπικό, στις αντιπολιτεύσεις, εξωκοινοβουλευτικά κόμματα, κινήματα, συνδικαλιστικές οργανώσεις, ιδεολογίες ή και απόψεις.

Έτσι, οι κατά καιρούς πρωθυπουργοί της χώρας, μετά το ’90, έχουν εκφράσει τον αντιλαϊκισμό σε ένα διλημματικό πλαίσιο: «εκσυγχρονισμός ή λαϊκισμός», «μεταρρυθμίσεις ή ανέξοδος λαϊκισμός», «λαϊκισμός ή υπευθυνότητα», «ανάπτυξη ή λαϊκισμός, η παραφθαρμένη όψη της ελευθερίας».
Όπως φανερώνει ο καταγγελτικός πρωθυπουργικός λόγος, ο λαϊκισμός συνιστά κάτι απειλητικό: είναι οτιδήποτε αντιστέκεται στους σχεδιασμούς της εκάστοτε κυβερνητικής εξουσίας-που de facto αξιολογούνται ως θετικοί-, γι αυτό και του αποδίδονται ετερόκλητες αρνητικές ιδιότητες: εξαπάτηση, αντιμεταρρύθμιση, ανευθυνότητα και υπανάπτυξη.

Παρότι η έννοια του λαϊκισμού διαχέεται στο δημόσιο λόγο, με τις συνήθεις αρνητικές συνδηλώσεις που της αποδίδει η κυρίαρχη εξουσία, είναι αξιοπερίεργο το γεγονός ότι η αντίθετη έννοια, αυτή του ελιτισμού, απουσιάζει πλήρως, ακόμη και από μελέτες που διαπραγματεύονται τον λαϊκισμό.
Είναι προφανές ότι η λεκτική απουσία του ελιτισμού, δεν τον καθιστά απόντα ως πραγματικότητα. Η εναντίωση των νεοφιλελεύθερων στον λαϊκισμό εμφορείται από το γεγονός ότι είναι φορείς του ελιτισμού.

Αν ο λαϊκιστικός λόγος επικαλείται τον λαό και διχοτομεί το κοινωνικό, σε λαό/ελίτ, αυτό δεν παύει να συνιστά μια απεικόνιση της πραγματικότητας που αντιστρατεύεται την κυρίαρχη ιδεολογία, η οποία ταυτίζει το φιλελεύθερο πολίτευμα με τη Δημοκρατία και την τυπική λαϊκή κυριαρχία με την ουσιαστική.
Αντίθετα, ο αντιλαϊκιστικός λόγος είναι βαθύτατα ελιτιστικός και μειονεκτεί, λόγω του γεγονότος ότι εμπεριέχει μια ενδογενή αντίφαση: καλείται να κολακεύσει τις μάζες , τις οποίες απεχθάνεται, λόγω της ολιγαρχικής φύσης του. Έτσι, αδυνατώντας να αντιστρατευθεί την πραγματικότητα του λαϊκισμού, βάλλει κατά της λεκτικής εκφοράς του με λαϊκιστικές μεθόδους.


Νεολαϊκισμός…. αλά ελληνικά


Τα εμπόδια που συναντά ο ελιτισμός στη πράξη και η υστέρησή του σε δύναμη επιρροής, εν σχέση με τον λαϊκισμό, είναι αυτονόητα: η επίκληση της ελίτ από έναν ηγέτη, θα οδηγούσε στην καταστροφή. Συνεπώς, αν επιζητά ενδυνάμωση της πολιτικής θέσης του και υποστήριξη στο πρόγραμμά του-πάντα στα πλαίσια του φιλελεύθερου πολιτεύματος-, οφείλει, αφενός να αυτοπαρουσιασθεί ως λαϊκός ηγέτης και αφετέρου να αποτανθεί στον λαό για υποστήριξη. Αυτό όμως είναι ανέφικτο με ένα πρόγραμμα που εξυπηρετεί τις ελίτ.

Όπως αποκαλύπτει η μελέτη των νεοφιλελεύθερων ηγετών της λατινικής Αμερικής, η εγγενής αντίφαση του ελιτισμού, ξεπερνιέται με τεχνικές που βασίζονται μεν στον λαϊκιστικό λόγο-γι αυτό απαιτούνται πρόσωπα που έχουν σταδιοδρομήσει σε κάποια είδη λαϊκισμού-, αλλά με τη χρήση μιας ρητορικής που προκαλεί μετάθεση των λέξεων σε άλλες από τις συνήθεις έννοιες στις οποίες αναφέρονται.

Για παράδειγμα, ο λαϊκός ηγέτης γίνεται ο σωτήρας· Ο λαός γίνεται ο κόσμος, το έθνος ή η χώρα· Η ελίτ αντικαθίσταται από μία στοχοποιημένη κοινωνική ομάδα· Ο αντίπαλος, αντί να είναι η ελίτ γίνεται το παλιό πολιτικό ή κομματικό σύστημα· Τα δημοκρατικά αιτήματα αντικαθίστανται από την ανάπτυξη κτλ..
Αν εξετάσουμε ακροθιγώς την ελληνική περίπτωση, θα δούμε ότι οι νεοφιλελεύθεροι ηγέτες της χώρας ακολουθούν ένα παραπλήσιο νεολαϊκίστικο λόγο:

• Η κολακεία του λαού αποτελεί σταθερό μοτίβο: «Ο ελληνικός λαός είναι πονεμένος αλλά είναι και ώριμος. Ξέρει να ξεχωρίζει την υπευθυνότητα από το φθηνό λαϊκισμό». (Α. Σαμαράς).

«Όμως ο ελληνικός λαός είναι και ώριμος και σοφός…….η μεγάλη πλειονότητα του ελληνικού λαού, δεν θέλει να διασαλευθεί η σταθερότητα». (Βενιζέλος).

«Κανείς δεν πίστευε ότι ο ελληνικός λαός θα έδειχνε τέτοια ωριμότητα και αυτοπεποίθηση». (Σαμαράς).

• Η υποκατάσταση του λαού από τον ηγέτη: «Ο Ελληνικός λαός δεν έχει αντίρρηση να υποστεί προσωρινά κάποιες θυσίες για να ορθοποδήσει η χώρα». (Σαμαράς).

• Ταύτιση ηγέτη με το έθνος: «Δώστε μου τη Δύναμη ενός Έθνους, για να κερδίσουμε τη μάχη της Πατρίδας μας».

• Ο ηγέτης ως λοιδορούμενος σωτήρας : « Αυτό είναι το δίλημμα…(.)..Προτιμάς, που λέει το Ευαγγέλιο, κολαφισμούς, εμπτυσμούς και ραπίσματα; Ή προτιμάς να πάνε όλα κατά διαόλου, αλλά θέλεις να σου λένε ωσαννά; Προτιμώ το πρώτο, αρκεί η χώρα μας, η πατρίδα μας, να γλιτώσει το τρισχειρότερο». (Βενιζέλος).

• Η καταγγελία του πολιτικού συστήματος: « Ο κόσμος αποστρέφεται σήμερα το φθαρμένο πολιτικό σύστημα. Γιατί δεν αντέχει τν υποκρισία του»! (Σαμαράς)

• Η καταγγελία του κομματικού συστήματος και του κρατισμού που ταυτίζεται με το κράτος πρόνοιας: «Τη θέση της ανάπτυξης πήρε ο κρατισμός. Τη θέση της αξιοκρατίας, η κυριαρχία των κομματικών ημετέρων».


• Η μετατόπιση της διχοτόμησης λαού/ελίτ στο κοινωνικό επίπεδο, μεταξύ κοινωνικών ομάδων που διακρίνονται από το αν κατέχουν μόνιμη εργασία ή όχι «Μπορείς να κάνεις μεταρρυθμίσεις χωρίς να ξεβολευτούν οι βολεμένοι;» (Σαμαράς).

• Η καταγγελία του λαϊκισμού, που γίνεται αντιληπτός ως αίτημα για εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα: «Και όλα αυτά έγιναν γιατί συγκρουστήκαμε με τον λαϊκισμό» (Σαμαράς).

Τα ελάχιστα παραδείγματα νεοφιλελεύθερου λόγου φανερώνουν την ύπαρξη ενός ιδιότυπου λαϊκισμού που καταγγέλλει μεν τον λαϊκισμό, όχι ως διαδικασία, αλλά ως πρακτική που σχετίζεται με τις κατακτήσεις των κατώτερων τάξεων.

Κατά περίπτωση, περιέχει ρητορικά σχήματα από τον λαϊκισμό της αριστεράς ή της ακροδεξιάς, χωρίς όμως να έχει τη δύναμη να προκαλέσει κινητοποίηση · Αντίθετα, είναι ένας λαϊκισμός της ακινητοποίησης, που δεν επιτρέπει κάποιου είδους πολιτική ένταξη. Οι νεοφιλελεύθεροι προσφεύγουν στον λαό για να επιβάλλουν ερμηνευτικά σχήματα, παρά για να διεγείρουν υπάρχουσες ρητές ή άρρητες συγκρούσεις.

Από αυτή την άποψη, ο όρος νεολαϊκισμός, για τον νεοφιλελεύθερο λαϊκισμό, αδυνατεί να περιγράψει το γεγονός ότι πρόκειται για ένα είδος λαϊκισμού που βρίσκεται κοντύτερα στην κλασσική έννοια της δημαγωγίας. Γιατί, εφόσον πρόκειται για τον λαϊκισμό των εξεγερμένων ελίτ, ενάντια στα λαϊκά δικαιώματα, στο μεταπολεμικό consensus και τη δημοκρατία, δεν μπορεί να συνιστά παρά χειραγώγηση.

Σουλτάνης Γρ.

Δευτέρα, 4 Αυγούστου 2014

Νέα Δεξιά, Μεταπολίτευση και Αντιμεταπολίτευση



Τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα ονομάζονται ταμπού και ιδεοληψίες,
η υπεράσπιση των δικαιωμάτων, λαϊκισμός,
η αστυνόμευση του πολίτη, ασφάλεια,
η κοινωνική πρόνοια, το σύστημα υγείας και ασφάλισης κρατισμός,
τα συνδικάτα των εργαζόμενων, συντεχνίες,
η καταστροφή των κοινωνικών κεκτημένων, μεταρρυθμίσεις,
η κλοπή του κοινωνικού πλούτου, θυσία,
η ανεργία, η φτώχεια, ο υποσιτισμός και η ελλιπής ιατρική περίθαλψη, λιτότητα,
ο πλουραλισμός, άκρο,
η μόνιμη εργασία, βόλεμα,
η υποταγή των υποτελών τάξεων, εθνική ενότητα,
η εκποίηση των δημόσιων αγαθών, αξιοποίηση,
η εξάρτηση και η εθνική αναξιοπρέπεια, σωτηρία της χώρας κτλ., κτλ.


Συνειδητά, η ρητορική του καθεστώτος χρησιμοποιεί αρνητικές λέξεις για να τις αντιστοιχίσει σε θετικές έννοιες και το αντίστροφο. Η τεχνική αυτή έχει περιγραφεί από τον Αριστοτέλη στην «Ρητορική» του, ως μια διαδικασία όπου ο ρήτορας μπορεί να παραπλανεί τα πλήθη, έτσι ώστε, ακόμη και ένας παραλογισμός να γίνεται πιστευτός: ο ρήτορας-λέει ο Αριστοτέλης-μπορεί να παρουσιάζει την θρασύτητα ως ανδρεία, ή την ανδρεία ως δειλία. Δεν πρόκειται μόνο για ένα παιχνίδι με τις λέξεις, αλλά για μια ηθική επανεκτίμηση των εννοιών, μια νέα εννοιολόγηση ή κατασκευή της πραγματικότητας, μια ανατροπή της φυσικής τάξης.

Ζούμε στο πολιτικό καθεστώς της Νέας Δεξιάς. Καθημερινά, από το πολιτικό προσωπικό του καθεστώτος εκπορεύεται ένας προπαγανδιστικός λόγος που επιχειρεί την αποδόμηση των αξιών, με βάση τις οποίες δομήθηκαν οι κοινωνικές ταυτότητες και η κοινωνική πραγματικότητα της μεταπολίτευσης.

Η μεταπολίτευση τέλειωσε στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Στην δεκαετία που μεσουρανούν οι Ρήγκαν και Θάτσερ, τα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού καταρρέουν, η ΕΟΚ ισχυροποιείται όλο και περισσότερο και ο νεοφιλελευθερισμός γίνεται η νέα ορθοδοξία μετά την «συναίνεση της Ουάσιγκτον».

Έκτοτε είχαμε το φαινόμενο της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας, της οποίας επίσημη ιδεολογία έγινε ο νεοφιλελευθερισμός. Το τέλος της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας συμπίπτει με την υπαγωγή της χώρας στο καθεστώς της τρόικα.

Το ιδιότυπο καθεστώς που έχει δημιουργηθεί ονομάζεται συχνά «μεταδημοκρατία», συνδυάζοντας τον φορμαλισμό του κοινοβουλευτισμού, παράλληλα με ένα είδος οικονομικής δικτατορίας.

Το νέο καθεστώς δεν διαφέρει επί της ουσίας από το αυταρχικό μετεμφυλιακό κράτος της δεξιάς: κοινό στοιχείο τους είναι το παρασύσταγμα που λειτουργεί παράλληλα με το σύνταγμα σε μια κατάσταση διαρκούς έκτακτης ανάγκης.

Παρά την σύντομη διάρκειά της, η μεταπολίτευση εξέλαβε ένα έντονα συμβολικό χαρακτήρα, μιας και υπήρξε η μόνη περίοδος κατά τον 20ο αιώνα, κατά την οποία, η κοινωνία, οι άνθρωποι που δεν είχαν φωνή, έστω και έμμεσα, είδαν ότι οι πόθοι τους μπορούσαν να γίνουν πραγματικότητα.

Ήταν η μόνη στιγμή που σε κατάσταση ειρήνης και ομαλότητας, η εξουσία εξαναγκάστηκε-έστω στοιχειωδώς- να παραχωρήσει δικαιώματα και να λειτουργήσει κοινοβουλευτικά στα πλαίσια ενός κράτους δικαίου. Υπ’ αυτή την έννοια, η μεταπολίτευση δεν αποτελεί αποκατάσταση της αυταρχικής δεξιάς δημοκρατίας. Χαρακτηρίζεται από μια συνέχεια, αλλά ταυτόχρονα και ασυνέχεια.

Πράγματι, η μεταπολίτευση ανήκει περισσότερο στη σφαίρα του μύθου και λιγότερο στη σφαίρα της πραγματικότητας. Όμως, αυτό ακριβώς είναι και η δύναμή της. Είναι πλέον ένα φάντασμα ή δαίμονας, με τη θετική έννοια, που θα στοιχειώνει την πολιτική και κοινωνική ζωή.-η φαντασιακή δύναμη της μεταπολίτευσης είναι τόσο ισχυρή, ώστε δεν έγινε αντιληπτό ότι τέλειωσε νωρίς και ότι η πραγματικότητα μεταλλάχθηκε σταδιακά σε κάτι αποτρόπαιο.

Η πολιτική μεταπολίτευση είναι ένα μέρος της Μεταπολίτευσης, το οποίο συμπληρώνεται από την κοινωνική. Η πολιτική μεταπολίτευση πολύ γρήγορα εκφυλίσθηκε σε ένα είδος κομματοκρατίας που λειτούργησε ληστρικά ως προς το κράτος και την κοινωνία.

Αντίθετα, η κοινωνική μεταπολίτευση -που η Νέα Δεξιά ονομάζει «ηγεμονία της αριστεράς»-είναι ο νοερός χώρος όπου συγκλίνουν ιδέες και κοινωνικές δυναμικές που προέρχονται από το άμεσο εξεγερσιακό κοινωνικό και πολιτικό παρελθόν, από τον Μάη του ’68, από τις αντιαποικιακές ιδέες, από την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, από την λαϊκή κουλτούρα, από το χώρο του μοντερνισμού και της τέχνης.

Η κοινωνική μεταπολίτευση κινείται στους ρυθμούς ενός ιδιότυπου επαναστατικού ρομαντισμού και συνιστά ένα κοινωνικό συμβάν που υπερβαίνει τους δράστες και τα υποκείμενα, αποκτά ένα συμβολικό και μυθικό χαρακτήρα και μια αντοχή στον χρόνο.

Γι αυτό και το νέο μεταδημοκρατικό καθεστώς κατανοεί ότι δεν θα μπορέσει να πετύχει την ηγεμονία αν δεν εξαλείψει το φάντασμα της μεταπολίτευσης, αν δεν απαξιώσει την μόνη περίοδο κατά την οποία επιτεύχθηκαν οι δημοκρατικές κατακτήσεις.

Η Αντιμεταπολίτευση είναι ο συνειδητά σχεδιασμένος ιδεολογικός και συμβολικός πόλεμος ενάντια σε ότι έχει θεωρηθεί ως κεκτημένο -πραγματικό ή εννοιακό- της μεταπολίτευσης :αίτημα για περισσότερη δημοκρατία, κοινωνικά δικαιώματα, πολιτική συμμετοχή, ελευθερίες, ισονομία, δικαιοσύνη, δίκαιη κατανομή του πλούτου, δημόσια αγαθά, εργασία, παιδεία, υγεία ασφάλιση, αξιοπρέπεια, ισότητα, εθνική ανεξαρτησία, τέχνη και πολιτισμό.

Η Νέα Δεξιά (ο συνασπισμός από συντηρητικές και νεοφιλελεύθερες δυνάμεις) λανσάρει την ιδέα της «Νέας Μεταπολίτευσης», με την οποία επιδιώκει, αφενός την απαξίωση της μεταπολίτευσης και αφετέρου την οικειοποίηση του κύρους της, και την απόδοσή του στο νέο καθεστώς της μεταδημοκρατίας.

Αυτή η απόπειρα σκύλευσης της μεταπολίτευσης συνδυάζεται με την καταγγελία της ως υπαίτιας για την χρεοκοπία της χώρας. Εντούτοις, το πολιτικό σύστημα που είναι υπεύθυνο για την χρεοκοπία, με την συμπαιγνία της ΕΕ, είναι αυτό που διαμορφώθηκε από την δεκαετία του ’90 : η Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία του νεοφιλελευθερισμού, όταν η μεταπολίτευση είχε ήδη τελειώσει.

Η «Νέα Μεταπολίτευση» της Νέας Δεξιάς, η επονομαζόμενη και «Νέα Ελλάδα», αποτελεί μια νεοφιλελεύθερη καρικατούρα της πραγματικής Μεταπολίτευσης, που επιδιώκει την νομιμοποίηση του νέου αντιδημοκρατικού καθεστώτος.

Παρότι η επιτυχία της αντεπανάστασης που έχει εξαπολύσει η Νέα Δεξιά οφείλεται στην θεσμική βία και στην συνεπικουρία της νεοφιλελεύθερης ΕΕ, η ρητορική της είναι ανίκανη να αποκρύψει τις νεκρόφιλες πολιτικές που εφαρμόζονται, την αντικατάσταση της πολιτικής από τη λογιστική, την άγρια εκμετάλλευση και αναδιανομή του πλούτου.

Αν υπάρξει μια Νέα Μεταπολίτευση αυτή θα σχετίζεται με το τέλος της νεοδεξιάς κυριαρχίας και με την θέσμιση μιας αμεσοδημοκρατικής πολιτείας.

Σουλτάνης Γρ..

Σάββατο, 5 Ιουλίου 2014

ΔΕΗ: Η Μεγάλη Εκποίηση



«Δεν μπορείς να πολεμάς έναν αντίπαλο που δεν υπάρχει», έχει γραφτεί αναφορικά με τις πολιτικές μάχες που δίνονται σήμερα. Γιατί, εφόσον δεν υφίσταται πολιτική, κάθε πολιτικός αγώνας είναι ένα αναποτελεσματικό θέατρο σκιών. Το ίδιο ισχύει αναφορικά με την επίκληση στη «δημοκρατία», που υποτίθεται προσδίδει κύρος στο διάλογο, τη διαβούλευση, την ειρηνική επίλυση των συγκρούσεων. Όταν η δημοκρατία είναι ένα φάντασμα, η επίκλησή της, το μόνο που κάνει είναι να αλλοτριώνει αυτόν που την επικαλείται.


Στη περίπτωση της ιδιωτικοποίησης της ΔΕΗ γίνεται φανερό το γεγονός ότι εφαρμόζεται ένα προμελετημένο σχέδιο εκποίησης και μεταφοράς της πιο κομβικής και σημαντικής κερδοφόρου-παρά των προσπαθειών να καταστεί ελλειμματική- δημόσιας επιχείρησης σε ιδιωτικά συμφέροντα, σύμφωνα με την πολιτική απελευθέρωσης της ενέργεια της ΕΕ –που θα έπρεπε να ονομάζεται Ένωση Επιχειρηματιών Ευρώπης.


Η απουσία πολιτικής και όποιας δημοκρατικής νομιμοποίησης, θα όφειλε να οδηγήσει σε μια ανατροπή του status quo και να επιβληθεί μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης από τον ίδιο τον λαό, που στη περίπτωση αυτή θα μπορούσε να ξεκινήσει από τους ίδιους τους εργαζόμενους της ΔΕΗ.


Το κράτος, όντας υπό την κατοχή ξένων δυνάμεων, εξυπηρετεί πια αλλότρια συμφέροντα σε βάρος του λαού, εκποιώντας το δημόσιο πλούτο και τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας, με την κάλυψη παραπλανητικών ιδεολογημάτων όπως αυτών του ανταγωνισμού, της ανάπτυξης και της ΕΕ.
Στο βάθος του ορίζοντα διαφαίνεται η κινεζοποίηση του λαού της χώρας και η εκποίηση του έθνους, στα πλαίσια της αυτοκρατορικής ΕΕ με ηγέτιδα τη Γερμανία και με βάση τα γεωπολιτικά σενάρια των ΗΠΑ.

Το σκάνδαλο ΔΕΗ

Κατέχοντας τη δεύτερη θέση σε παραγωγή λιγνίτη στην ΕΈ και την έκτη παγκόσμια, η Ελλάδα –και ιδιαίτερα η ΔΕΗ-αποτελεί πρόκληση για την ευρωπαϊκή πολιτική ενέργειας.

Στόχος των ευρωπαίων δανειστών-με ιδεολογική κάλυψη από το δόγμα του ανταγωνισμού-που διαπλέκονται με τα μεγάλα ευρωπαϊκά λόμπυ της ενέργειας, δεν είναι τόσο η ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ ως εταιρία διανομής ενέργειας-κάτι που έχει ήδη συντελεστεί-αλλά η κατοχή και εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου που κατέχει ιδιοκτησιακά η ΔΕΗ.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ΔΕΗ, τα λιγνιτικά αποθέματα που θα παραχωρηθούν στην «μικρή» ΔΕΗ έναντι ευτελούς ποσού, ανέρχονται στο ποσό των 300 δις. ευρώ.

Ταυτόχρονα, η μέθοδος διάσπασης της εταιρίας σε «μικρή» και «μεγάλη» ΔΕΗ, παρέχει την δυνατότητα της σταδιακής ιδιωτικοποίησης του συνόλου του ορυκτού πλούτου, χωρίς να δημιουργηθούν αντιδράσεις. Η μεγάλη ΔΕΗ θα διασπάται σταδιακά σε μικρά κομμάτια, έως ότου να συντελεστεί η πλήρης εκχώρηση του δημόσιου πλούτου- μια μέθοδος που θα εφαρμοσθεί και σε ανάλογες περιπτώσεις (αέριο, πετρέλαιο κτλ.).


Η ΔΕΗ κατέχει λιγνιτικά κοιτάσματα, υδάτινους πόρους και τεράστιες εκτάσεις γης: σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, τα λιγνιτικά αποθέματα ανέρχονται σε 5 δις. τόνους, από αυτά εκμεταλλεύσιμα είναι τα 3,2 δισ. τόνοι, που επαρκούν για τουλάχιστον 50 χρόνια και αντιστοιχούν περίπου σε 500 εκ. τόνους πετρελαίου, ενώ η εγχώρια παραγωγή ενέργειας, αποφέρει εξοικονόμηση συναλλάγματος για τη χώρα 1 δισ. ευρώ ετήσια.


Σε αυτά θα πρέπει να προστεθεί το κοίτασμα τύρφης της ανατ. Μακεδονίας, που εκτιμάται στα 4 δισ. κυβικά μέτρα, που αντιστοιχούν σε 125 εκ. τόνους πετρελαίου.


Η ΔΕΗ επιπλέον, είναι ο ιδιοκτήτης των περιοχών στις οποίες συντελείται η εξόρυξη του λιγνίτη. Μόνο στη περιοχή της ανατολικής Μακεδονίας, η ΔΕΗ είναι κάτοχος 200.000 στρεμμάτων γης.


Επιπλέον, στις περιοχές που η ΔΕΗ έχει εγκαταστήσει υδροηλεκτρικούς σταθμούς, είναι ιδιοκτήτης των υδάτινων πόρων (λιμνών, ποταμών) και των παράκτιων περιοχών, σε πλάτος 200 μέτρων και μήκος έως τις πηγές του νερού. Κατ’ αυτό τον τρόπο η ΔΕΗ είναι ο αποκλειστικός υδροδότης της τοπικής παραγωγής.


Η παραχώρηση της ΔΕΗ σε ιδιώτες, στα πλαίσια της ευρωπαϊκής πολιτικής ενέργειας, δεν οδηγεί μόνο στην εμπορευματοποίηση της ενέργειας και την εκποίηση του ορυκτού πλούτου, αλλά και στην έμμεση ιδιωτικοποίηση του υδροφόρου ορίζοντα και στον έλεγχο της αγροτικής παραγωγής.

Ταυτόχρονα, πέραν του ότι η χώρα-σε μια περίπτωση κεϋνσιανής οικονομικής πολιτικής-θα αδυνατεί να υποστηρίξει ένα σχέδιο εγχώριας ανάπτυξης, υποβαθμίζεται γεωπολιτικά και παραδίδει τη μοίρα της στις ορέξεις της Γερμανίας και των ΗΠΑ.

Σουλτάνης Γρ.

Τρίτη, 24 Ιουνίου 2014

Για τον αδικοχαμένο Θανάση Χονδρό



Ο Θανάσης Χονδρός, ένας άνθρωπος 31 χρονών, με στοχασμό, ευαισθησίες, βουτηγμένος στη μουσική και την ποίηση, έβαλε τέλος στη ζωή του στις 14 του Ιουνίου στα Τρίκαλα, απροειδοποίητα και χωρίς να αφήσει πίσω του κάτι που να επιτρέπει ώστε να δοθεί μια ερμηνεία για την πράξη του. Το μόνο ίσως που προοιώνιζε τη πράξη του ήταν ένα Requiem που είχε συνθέσει τρεις μήνες πριν την τελευταία του πράξη, όπου εξέφραζε τα συναισθήματα που βίωνε.

Και όπως σε όλη τη σύντομη ζωή του, ο νους και τα συναισθήματά του διαπερνιόταν από μια απορία, από το «γιατί» των πραγμάτων, με το τέλος που έδωσε στη ζωή του, άφησε να πλανάται το ίδιο «γατί». Ένα γιατί που ο καθένας μπορεί να ερμηνεύσει σύμφωνα με το δικό του κόσμο, με τις «έννοιες, μέσα στις οποίες κλείνει τον κόσμο», όπως έλεγε ο ίδιος.

Γι αυτό και ανεξάρτητα από κάθε είδους ψυχολογισμό, στη περίπτωσή του ταιριάζει η στωική έννοια της «ευλόγου εξαγωγής».
Φαινομενικά, η πράξη της αυτοχειρίας είναι συνυφασμένη με μια στάση εγωισμού και δειλίας ως προς την αντιμετώπιση των προβλημάτων που θέτει η ίδια η ζωή, ένα είδος φυγής, με την οποία ελπίζει κανείς να ξεφύγει από τα αδυσώπητα ερωτήματα και τις αντιφάσεις της συνείδησης.

Όμως στη περίπτωση του Θανάση δεν συνέβαινε αυτό. Δεν του έλλειπε ούτε το θάρρος, ούτε η αγωνιστικότητα. Δεν έβλεπε τη ζωή ξεχωριστά από το θάνατο, αλλά ως τη μία από τις δύο όψεις ενός νομίσματος. Ο ίδιος έβλεπε τη ζωή ως μια αναίμακτη θυσία στην οποία πρωτοστατεί ο θάνατος: «Ζούμε για να πεθάνουμε ή επειδή πεθαίνουμε ζούμε;» έλεγε ο ίδιος.

Και αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν βυθισμένος σε μια διαρκή μελαγχολία, αλλά αντίθετα, έσφυζε από ζωή και δημιουργικότητα. Τον διαπερνούσε η ύπαρξη και των πιο μικρών ασήμαντων πραγμάτων, όλων όσα διαδραματίζονταν στο κοινωνικό γίγνεσθαι, χωρίς να καταφεύγει σε εκλογικεύσεις. Και ακριβώς αυτή η υπαρξιακή όξυνση, που συχνά δεν έβρισκε διέξοδο στις έννοιες και το λόγο, ίσως υπήρξε το καθοριστικό στοιχείο για τη τελευταία του πράξη.

Γι αυτό και η πράξη του μπορεί να ειδωθεί ως μια πράξη ελευθερίας της συνείδησης, μια συνείδησης που αντιστέκεται στην έκπτωση της ζωής, του ονείρου και της ουτοπίας, ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με τη στάση του.

Σε κάθε περίπτωση, ο κοινωνικός νους κατασκευάζει τα νοήματα, τους λόγους και τις τροπικότητες των συναισθημάτων μας. Και οι αποφάσεις ή οι επιλογές μας εμπλέκονται με τους εσωτερικευμένους κυρίαρχους δημόσιους λόγους, ώστε να είναι σχεδόν αδύνατο να διακρίνουμε το προσωπικό από το απρόσωπο στοιχείο. Εντούτοις, ο τελευταίος λόγος σε αυτό το εσωτερικό δράμα, όπου συγκρούεται ο αυτοπροσδιορισμός με τον ετεροπροσδιορισμό, ανήκει στο άτομο, ως συνειδητή βούληση, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο της συνείδησης.

Ο Θανάσης, μέσα από την αμετροεπή ευαισθησία του, γινόταν κοινωνός του κοινωνικού πόνου, ανεξάρτητα από τις ωδίνες της προσωπικής του ύπαρξης. Και ιδιαίτερα σε αυτή τη περίοδο, που η ελληνική κοινωνία βιώνει τον αφόρητο πόνο που επιφέρει η νεοφιλελευθερη επίθεση στο συλλογικό της σώμα, με τόσους ατομικούς πόνους, με τόσες κυριολεκτικές και συμβολικές αυτοκτονίες, κυριολεκτικές και συμβολικές φυγές και «εύλογες εξαγωγές», η αυτοχειρία του δεν έχει μόνο ατομικό, μα και συλλογικό νόημα. Βιώνοντας τον διάχυτο «πόνο του ανθρώπου και των πραγμάτων», η αυτοχειρία του συνιστά μια κοινωνική πράξη.

. Και όσο και αν φαίνεται σα μια πράξη ατομική, στην ουσία της είναι πράξη κοινωνική: είναι μια δολοφονία, ανεξάρτητα από τις ιδεολογικές ερμηνείες της κάθε εξουσίας που πάντα επιρρίπτει το πρόβλημα στα άτομα, αποπολιτικοποιώντας την αυτοκτονία και απενοχοποιώντας την εξουσιαστική βία.

Ο Θανάσης είχε την ατυχία-όπως και τόσοι πολλοί άλλοι-να αισθάνεται την δομική βία σε έναν υπέρμετρο βαθμό, σε έναν βαθμό που οξύνει ταυτόχρονα τις εσωτερικές συγκρούσεις και που ώθησε τη βούλησή του να επιλέξει την φυγή ως μια αξιοπρεπή αντίσταση, μπροστά στην ισοπεδωτική εργαλειακή εξουσιαστική βία που διαλύει την κοινωνία και μετατρέπει τον άνθρωπο σε εμπόρευμα και γρανάζι στον «σατανικό μύλο του κέρδους».

Σουλτάνης Γρ.

Κυριακή, 18 Μαΐου 2014

Τέσσερα χρόνια νεοφιλελεύθερης επίθεσης




Για τέσσερα χρόνια, η Ελλάδα είναι το νεοφιλελεύθερο εργαστήρι, όπου πλάθεται το μέλλον της Ευρώπης.

Η αγριότητα της επίθεσης που έχει δεχτεί η χώρα είναι πρωτοφανής και ξεπερνά κατά πολύ τις επιθέσεις που έχουν δεχτεί στο παρελθόν χώρες όπως η Χιλή ή το Ενωμένο Βασίλειο.

Η χώρα πεθαίνει. Ένας πολιτισμός εξαφανίζεται.

Οι άνθρωποί της αρρωσταίνουν, πεθαίνουν, αυτοκτονούν, μεταναστεύουν, βυθίζονται στην κατάθλιψη από ψυχοσωματικές ασθένειες, ευνουχίζονται.

Η υπογεννητικότητα χτυπάει στο κόκκινο, τα κοινωνικά δίκτυα και το ανθρώπινο κεφάλαιο διαλύονται. Δεν πρόκειται για ανθρωπιστική κρίση αλλά για συνειδητή γενοκτονία, από μέρους των νεκρόφιλων οπαδών της αγοράς.

Όλα τούτα καλύπτονται από τους πράκτορες των αγορών, τους ολετήρες της κοινωνίας, με μια περίτεχνη γλώσσα που επιχειρεί να εμφανίσει τη καταστροφή ως σωτηρία: αναδιάρθρωση της οικονομίας, αλλαγή οικονομικού μοντέλου, ανάπτυξη, «Νέα Ελλάδα».

Στο κείμενο της συνθήκης «Ευρώπη 2020», που σηματοδοτεί το μοντέλο για την Νέα Ευρώπη, αναφέρεται ότι: «Η κρίση αποτελεί εγερτήριο κάλεσμα…. Είναι η στιγμή της αλήθειας για την Ευρώπη. Η Ευρώπη είναι ικανή να αναλαμβάνει δράση σε περιόδους κρίσης και να προσαρμόζει τις οικονομίες και τις κοινωνίες της… η έξοδός µας από την κρίση θα πρέπει να αποτελέσει το σημείο εισόδου σε µια νέα οικονομία…».

Ποια είναι η στιγμή της αλήθειας για την Ευρώπη, με βάση την οποία ο συρφετός των νεοαποικιοκρατών μαζί με τους ντόπιους σφιγγοκωλάριούς τους επιχειρούν την κατασκευή μιας κοινωνίας υπηκόοων;

Είναι οι προτάσεις της European Roundtable of Industrialists (ERT) (Ευρωπαϊκή στρογγυλή τράπεζα των βιομηχάνων), η οποία στο «ERT’s vision for a competitive Europe in 2025», αποκαλύπτει το όραμα των βιομηχάνων για την Ευρώπη, ένα όραμα που υιοθέτησε σχεδόν πλήρως η ΕΕ.

Είναι επίσης το όραμα της European Financial Services Roundtable (ΕΡFR), που στο “How Regulation Can Preserve The Contribution of Financial Firms too Economic Growth in Europe” εκθέτει το όραμά της για μια Ευρώπη των χρηματοπιστωτικών αγορών και οι προτάσεις της οποίας, επίσης, έχουν υιοθετηθεί πλήρως από την ΕΕ.

Η ΕΕ, λειτουργώντας ως το γερμανικό «καρτέλ της ευρύτερης σφαίρας» έχει ένα συγκεκριμένο στόχο: πως θα δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες ώστε να αυξηθεί η κερδοφορία του κεφαλαίου.

Η λιτότητα, η φτώχεια, η ανασφάλεια και ο ανθρώπινος πόνος αποτελούν τις παράπλευρες απώλειες για την αναδιάρθρωση του κεφαλαίου. Ο νέος τύπος κεφαλαιακής συσσώρευσης απαιτεί την μείωση του μισθολογικού κόστους και τις επενδύσεις σε σφαίρες δραστηριότητας που παραδοσιακά θεωρούνται μη εμπορεύσιμες και ανήκουν στην δημόσια σφαίρα.


Οι στόχοι της νεοφιλελεύθερης επίθεσης είναι πολλαπλοί:

• Η κατασκευή ενός υποκειμένου υποταγμένου στα κελεύσματα των επιχειρηματικών λόμπι που πλέον διαμορφώνουν την δεσμευτική πολιτική που επιβάλλεται από την ΕΕ.

• Η διάλυση των συνδικαλιστικών ενώσεων που μπορούν να αντισταθούν στην επίθεση του κεφαλαίου.

• Η κατασκευή μιας κοινωνίας του τρόμου και της ανασφάλειας, έτσι ώστε να μειώνεται ο κίνδυνος σχηματισμού συλλογικοτήτων που μπορούν να αμφισβητήσουν την κυριαρχία του κεφαλαίου.

• Η φτωχοποίηση και η αύξηση της ανεργίας, ως εργαλείων για τη δημιουργία φτηνού εργατικού δυναμικού χωρίς εργασιακά δικαιώματα.

• Η διάλυση του κοινωνικού κράτους και η μεταφορά των δημόσιων επιχειρήσεων στον ιδιωτικό τομέα.

• Η ιδιωτικοποίηση του ασφαλιστικού συστήματος.

• Η ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης.

• Η ιδιωτικοποίηση των δημόσιων αγαθών και των περιουσιακών στοιχείων του δημοσίου. Η παράδοση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας.

• Η μετατροπή του κράτους σε νυχτοφύλακα και εγγυητή, αποκλειστικά, των κερδών των μεγάλων επιχειρήσεων και πολυεθνικών.

• Η κατάργηση του φιλελεύθερου πολιτεύματος και η αντικατάστασή του από ένα είδος ολιγαρχικού πολιτεύματος που διευθύνεται από τις πολυεθνικές και το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο.

• Ο υποβιβασμός της πολιτικής σε διαδικασία διασφάλισης των κερδών για τις μεγάλες επιχειρήσεις και τις τράπεζες.

• Η μετατροπή του πολιτικού προσωπικού σε μαριονέτα, αναγκαίας για την εξαπάτηση της κοινωνίας και για την άσκηση θεσμικής βίας στα πλαίσια της ψευδοδημοκρατίας.

• Η ακύρωση οποιασδήποτε ανεξάρτητης διεθνούς πολιτικής.

• Η κατάλυση της εθνικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας και η σταδιακή περιφερειοποίηση της χώρας, ως Ειδικής Οικονομικής Ζώνης ,στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής δικτατορίας των αγορών.

Υπάρχει αναστροφή της νεοφιλελεύθερης λαίλαπας;

Οι νεοφιλελεύθεροι ολετήρες ισχυρίζονται ότι αυτό που συμβαίνει είναι μονόδρομος.

Ότι πρόκειται για μια νομοτελειακή πορεία της ιστορικής εξέλιξης που οδηγεί στον θρίαμβο του νεοφιλελευθερισμού. Το επιχείρημα αυτό αποτελεί μέρος του νεοφιλελεύθερου ψυχολογικού πολέμου και είναι ένα είδος αυτοεκπληρούμενης προφητείας.

Επειδή η νεοφιλελεύθερη επίθεση σχετίζεται με μια συνειδητή στρατηγική του κεφαλαίου-και μάλιστα του παγκοσμιοποιημένου- ενάντια στον κόσμο της εργασίας και την κοινωνία, φαινομενικά είναι αδύνατη μια αναστροφή.

Ταυτόχρονα, η ανυπαρξία ενός κοινωνικού υποκειμένου ικανού να αντιστρατευθεί τις νέες στρατηγικές του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, δημιουργεί την αίσθηση ενός αδιεξόδου.

Είναι φανερό ότι απαιτείται μια ριζική αμφισβήτηση του πολιτικο-οικονομικού μοντέλου και συστράτευση του συνόλου της κοινωνίας, ανεξάρτητα από ιδεολογικές τοποθετήσεις, για την υπεράσπιση της ίδιας της κοινωνίας και των παιδιών της.

Πρωταρχικό μέλημα της κοινωνίας πρέπει να είναι η αντεπίθεση προς τους νεκρόφιλους οπαδούς της παγκοσμιοποιημένης αγοράς, αυτής της κρεατομηχανής που αλέθει τα πάντα στο μύλο του κέρδους και η αμφισβήτηση του νομικού οικοδομήματος που φυσικοποιεί την δομική βία των ελίτ.

Σουλτάνης Γρ.

Παρασκευή, 2 Μαΐου 2014

«Αριστερός Νεοφιλελευθερισμός» ή Δεξιός Κομμουνισμός;



Σε άρθρο του κ. Δ. Δαβέττα, «Αριστερός νεοφιλελευθερισμός;»-το ερωτηματικό είναι ρητορικό- στον «Ελεύθερο Τύπο», (24/4/2014), ο σύμβουλος του πρωθυπουργού, επιχειρεί μια νεοφιλελεύθερη ανάγνωση της ιστορίας.
Με μια σειρά από επιχειρήματα που ξεκινούν από τον Ολάντ, περνούν από τον Λέον Μπλούμ και καταλήγουν στον ΣΥΡΙΖΑ, αποδεικνύεται η νομοτέλεια που διέπει το ιστορικό γίγνεσθαι και η οποία οδηγεί στον θρίαμβο του νεοφιλελευθερισμού. Γι αυτό και στο τέλος του άρθρου, απευθύνονται παραινέσεις προς τον ΣΥΡΙΖΑ και τους έλληνες εν γένει, ώστε να καταλάβουν-δηλαδή να αποδεχθούν- τη νέα πραγματικότητα, τη νομοτέλεια της νεοφιλελεύθερης στροφής.

Ο κ. Δαββέτας εξαγάγει το συμπέρασμά του αναλύοντας την περίπτωση Ολάντ, ο οποίος, προεκλογικά, μαζί με την «παρέα του» και στην υπηρεσία των «αριστερόστροφων ιδεών» τους, υποσχέθηκε ανάπτυξη, έτσι ώστε «χρησιμοποίησε την κενσιανή λογική του «θα δώσω, θα δώσω» για κατανάλωση». ‘Όμως, επειδή «Ο αριστερός λόγος δεν εναρμονίστηκε με την παγκοσμιοποίηση, τις αγορές, τα χρηματοπιστωτικά κέντρα….», ο Ολάντ αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την «αριστερόστροφη λογική», διορίζοντας ως πρωθυπουργό τον Manuel Valls, τον Σαρκοζί της αριστεράς. Έτσι, ο Ολάντ, αφενός εγκατέλειψε την «αριστερόστροφη λογική», ενώ αφετέρου, στράφηκε φιλικά προς τον καπιταλισμό των αγορών. Γιατί… «οι αγορές δεν αστειεύονται».

Το ίδιο συμπέρασμα βγάζει ο αρθρογράφος από την περίπτωση του Λ. Μπλουμ, ο οποίος, πιστεύοντας στην μελλοντική ήττα της οικονομίας της αγοράς, διαψεύστηκε παταγωδώς, αφού αντίθετα, επήλθε η ισχυροποίησή της.

Άρα-σύμφωνα με τον αρθρογράφο-, υπάρχει μια ηττημένη ευρωαριστερή λογική, που δείχνει ότι «σε θέματα ισότητας, κοινωνίας και δικαιοσύνης, υπάρχει ιδεολογική στροφή». Να λοιπόν η απόδειξη ότι «αυτή η παλαιό-επαναστατική φρασεολογία κρύβει μέσα της τη νομοτέλεια μιας νεοφιλελεύθερης στροφής, ενός αριστερού νεοφιλελευθερισμού».

Είναι φανερό ότι ο κ. Δαββέτας, ως υπέρμαχος της ελεύθερης αγοράς, των χρηματοπιστωτικών κέντρων, της παγκοσμιοποίησης και του καπιταλισμού, βιάζεται να εξαγάγει τα νομοτελειακά του συμπεράσματα, ως προς την αιώνια επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού. Γι αυτό άλλωστε αναπέμπει παραινέσεις προς τους έλληνες να αποδεχτούν την μοίρα που τους επιφυλάσσει ο θεός των αγορών. Όμως, η στροφή Ολάντ και η διάψευση του Μπλουμ, αποτελούν επαρκείς αποδείξεις του νεοφιλελεύθερου θριάμβου και του τέλους της ιστορίας;

Αν υποθέσουμε ότι τα όσα γράφει ο αρθρογράφος συνιστούν επιχειρηματολογία- και όχι αυθαίρετη ερμηνεία-, η επιχειρηματολογία αυτή στερείται λογικής συνοχής, γιατί, εντελώς αυθαίρετα, ταυτίζεται ο κεϋνσιανισμός του Ολάντ, με τον «αριστερό λόγο». Ο αρθρογράφος αγνοεί ίσως ότι ο κεϋνσιανισμός είναι ένας ακραιφνής καπιταλισμός, ο οποίος σηματοδότησε τον μεταπολεμικό ελιγμό του καπιταλιστικού συστήματος, μπροστά στον κίνδυνο να υποστεί μια ιστορική ήττα: Ήταν η συνθηκολόγηση του κεφαλαίου με τον κόσμο της εργασίας, έτσι ώστε να μπορεί να συνεχισθεί απρόσκοπτα η αναπαραγωγή του κεφαλαίου.

Επιπλέον, ο αρθρογράφος παρακάμπτει το γεγονός ότι η Γαλλία δεν διαθέτει κρατική τράπεζα και εθνικό νόμισμα, ώστε να ασκήσει οποιοιδήποτε είδους κεϋνσιανισμό. Οπότε, οι προεκλογικές διακηρύξεις Ολάντ-ανάλογες με του ΠΑΣΟΚ-εντάσσονται σε ένα σχέδιο κατάληψης της εξουσίας και εφαρμογής νεοφιλελεύθερων πολιτικών, δηλαδή, παραπλάνησης. Αυθαίρετη επίσης είναι η ταύτιση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας- τύπου Ολάντ- με την αριστερά, ώστε ο αρθρογράφος να συμπεραίνει ότι «ο αριστερός λόγος δεν εναρμονίστηκε με την παγκοσμιοποίηση…».

Ακόμη όμως και το γεγονός ότι διαψεύσθηκε ο Μπλουμ, αναφορικά με την επικράτηση του σοβιετικού μαρξισμού, αυτό δεν συνιστά εξ ανάγκης θρίαμβο του νεοφιλελευθερισμού-ο οποίος ήδη παραπαίει-, αλλά περισσότερο, αποτυχία του σοβιετικού μοντέλου.

Τώρα, το ότι η «επαναστατική φρασεολογία, κρύβει μέσα της τη νομοτέλεια μιας νεοφιλελεύθερης στροφής, ενός αριστερού νεοφιλελευθερισμού», φαίνεται ότι αποτελεί όχι κάποιο συμπέρασμα-αφού δεν τεκμαίρεται από τα προηγούμενα-, αλλά ευχή ίσως του αρθρογράφου.
Γιατί ο τετράχρονος σχεδόν, νεοφιλελεύθερος μετασχηματισμός της χώρας, αποδεικνύει εντελώς το αντίθετο: ότι η νεοφιλελεύθερη δεξιά κρύβει μέσα της τη νομοτέλεια μιας κομμουνιστικής στροφής, ενός δεξιού κομμουνισμού.

Γιατί, πως αλλιώς να ερμηνεύσει κανείς τον ανελέητο κρατισμό της νεοφιλελεύθερης παράταξης, που με τεχνάσματα, όπως η κατάσταση έκτακτης ανάγκης, με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, με καταιγισμό νόμων και ρυθμίσεων, με αστυνομική βία και προπαγάνδα, αποσκοπεί στην πλήρη φτωχοποίηση και κινεζοποίηση του έλληνα, αλλά και στη κατάσχεση της περιουσίας του; Τουλάχιστον, ο σοβιετικός κομμουνισμός παρείχε κάποιες εγγυήσεις επιβίωσης. Αντίθετα, ο δεξιός, εγγυάται μόνο κέρδη για τις ελίτ.

Ο κοινωνιολόγος και φιλόσοφος Γ. Χάμπερμας, σε συνέντευξή του, έχει σχολιάσει ως εξής την «νεοφιλελεύθερη (ελληνική) στροφή» που ευαγγελίζονται οι σύμβουλοι του πρωθυπουργού: «Οι όροι αυτοί μου θυμίζουν τις συνθήκες της όψιμης Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, που οδήγησαν στην κατάληψη της εξουσίας από το φασισμό….(.)…Μια Δημοκρατία δεν μπορεί να λειτουργήσει όταν το σύνολο του πληθυσμού έχει την αίσθηση ότι κηδεμονεύεται από μια τρόικα, η οποία δεν κάνει τίποτε άλλο από το να "μεταφράζει" τις προσταγές των τραπεζών και των χρηματαγορών σε μέτρα λιτότητας και σε πακέτα διάσωσης…(.)….Με αυτό τον τρόπο οι Έλληνες πολίτες δεν θα κερδίσουν τη δημοκρατική αυτοσυνειδησία τους, την οποία χρειάζονται για να αντισταθούν στην κατάρρευση του πολιτικού πολιτισμού τους». (εφημερίδα των Συντακτών, 21/07/2013.)

Όμως, αντίθετα από τις προβλέψεις των νεοφιλελεύθερων οπαδών του θρησκείας της αγοράς, που θεωρούν την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού ως το αναγκαίο τέλος της ιστορίας -δάνειο από τον ιστορικό υλισμό των οπαδών του Μαρξ-, και όχι ως αποτέλεσμα της βίας που ασκεί συντονισμένα η συνασπισμένη παγκόσμια ελίτ, η πραγματικότητα τους διαψεύδει.

Η επάνοδος του εθνικισμού- και του πατριωτικού μαρξισμού-, θα καταρρίψει το όραμα της παγκόσμιας αγοράς υπό την κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου. Γιατί η ιστορία δεν υπακούει σε καμιά νομοτέλεια, δεν κινείται με την γραμμικότητα του νεοφιλελεύθερου υλισμού, αλλά είναι πάντα υπό διαπραγμάτευση.

Σουλτάνης Γρ.

Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

Τηλεοπτικά κόμματα: ΛΑΟΣ-ΔΗΜΑΡ-ΧΡ.ΑΥΓΗ-ΕΛΙΑ-ΠΟΤΑΜΙ


«Η συνειδητή και αποτελεσματική χειραγώγηση των απόψεων και των συνηθειών που διαμορφώνουν οι μάζες είναι σημαντικό στοιχείο μιας δημοκρατικής πολιτείας.
Αυτοί που χειραγωγούν αυτόν το μη ορατό μηχανισμό της κοινωνίας, αποτελούν μιαν αδιόρατη κυβέρνηση που είναι η αληθινά κυρίαρχη δύναμη μιας χώρας….» E. L. Bernays, «propaganda”.




ΛΑΟΣ


Ποιος δεν θυμάται τον κ. Καρατζαφέρη να περιφέρεται στα καθεστωτικά κανάλια ως άλλη Αλίκη Βουγιουκλάκη, κατακεραυνώνοντας το πολιτικό σύστημα, με τη γλαφυρή ρητορική του, διανθισμένη με περισσή αυταρέσκεια, αισιοδοξία και ματαιοδοξία!

Για πολλούς, μπορούσε να εμπνεύσει εμπιστοσύνη, όπως ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας: ο μανάβης, ο φούρναρης ή ο κρεοπώλης. Γι αυτό και κεντρικό σύνθημα του ΛΑΟΣ ήταν το «Χέρι-χέρι, με τον Καρατζαφέρη».

Όλο το κόμμα συνοψιζόταν στο πρόσωπο του αρχηγού. Και ο αρχηγός, στην εικόνα του. Η δε εικόνα του, στο κάδρο της τηλεόρασης των καθεστωτικών καναλιών. Αν εξέλειπε αυτό το τηλεοπτικό κάδρο, η εικόνα του αρχηγού και μαζί του το κόμμα, θα διαλυόταν σαν χαρτοπόλεμος. Όπως και έγινε άλλωστε.

Παρόλα αυτά, η κατασκευή του λαός, ως μάντρας που θα συγκρατούσε τα ακροδεξιά στοιχεία, με τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι αξιοποιήσιμα για την αναπαραγωγή του συστήματος κυριαρχίας, πέτυχε, και πρόσφερε την αναγκαία πλειοψηφία, σε εκείνους, όσοι βάλθηκαν να χειραγωγήσουν την κοινωνία.



ΔΗΜΑΡ



Μετά, ήρθε η σειρά της ΔΗΜΑΡ.
Ο κ. Κουβέλης δεν διέθετε βέβαια τον λαϊκό αέρα ενός Καρατζαφέρη, που με την εθνικο-νεοφιλελεύθερη ιδεολογία του-αν θεωρήσουμε αυτό το αμάλγαμα ιδεολογία- θα μπορούσε να κατασκευάσει αλαλάζοντα λαϊκά πλήθη.

Μπορούσε όμως, με τον σεμνό, μετρημένο, λακωνικό και σοβαρό λόγο του, που ανέδιδε νοικοκυροσύνη, αυτοκυριαρχία και προπάντων πνεύμα ικανό να αναλαμβάνει την ευθύνη-την όποια ευθύνη-, μπορούσε να συμπαρασύρει έναν κόσμο της αριστεράς, νοικοκυρεμένο και κουρασμένο από την μόνιμη ιδεολογική διαμαρτυρία.
Μια διαμαρτυρία βέβαια που εξαντλούνταν στο κοινωνικό αλισβερίσι, εκείνο που παρέχει στον δράστη εύσημα προοδευτικότητας και ανωτερότητας.

Γιατί στο επίπεδο της πράξης, πολλοί από τους διαμαρτυρόμενους αριστερούς, σε πολλές περιπτώσεις, ανέπτυξαν πολύ πιο έξυπνες στρατηγικές εκμετάλλευσης του καπιταλισμού, από εκείνους που αυτοαποκαλούνται δεξιοί.

Έτσι, η κουβέληα ρητορική της ευθύνης, παρείχε κατά κάποιο τρόπο την μαγική λύση, ώστε αυτός ο μικρόκοσμος, που ζει σε διχασμό-με το μυαλό στο σοσιαλισμό και με τη καρδιά στο καπιταλισμό-να βρει μια δικαιολογία, ώστε αυτό που έχει στη καρδιά του να γίνει πραγματικότητα.

Τη λύση έφερνε το σύνθημα «αριστερά της ευθύνης». Διότι η ευθύνη για τη πατρίδα, το να ‘χει η πατρίδα μια κυβέρνηση, (οποία φιλοπατρία!), είναι ικανή να δικαιολογήσει ακόμη και την απάρνηση των ιδεών, με βάση τις οποίες κάποιος έχτισε την επαγγελματική του καριέρα και την κοινωνική του εικόνα, χωρίς να γίνεται-κατά το λαϊκόν-ρεντίκολο.

Επιπλέον, η ΔΗΜΑΡ φτιάχτηκε και ως ανάχωμα που θα συγκρατούσε τα λαϊκά πλήθη που εγκατέλειπαν κακήν κακώς τον πασοκικό τιτανικό, κάτι βέβαια που δεν έγινε εφικτό, δεδομένου ότι οι πάλαι ποτέ πασόκοι δεν τρώνε κουτόχορτο.

Και σε αυτή τη περίπτωση, η ΔΗΜΑΡ πέτυχε το στόχο της. Πρόσφερε συγχωροχάρτι στη νεοφιλελεύθερη κυβερνώσα δεξιά, διαχέοντας μάλιστα τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία, με βάση την οποία οι άνθρωποι είναι υπεύθυνοι για τη κοινωνική τους μοίρα, αφού ζουν μέσα σε έναν αταξικό χυλό, στον οποίο η εξουσία είναι η μόνη αθώα και φιλάνθρωπη.

Φυσικά, η ΔΗΜΑΡ, με την απομάκρυνση του αρχηγού της από τα τηλεπαράθυρα, από «αριστερά της ευθύνης», κατάντησε αριστερά του καπιταλιστικού σκουπιδοτενεκέ, όπως με ανάλογο τρόπο η πραότητα του αρχηγού της, θα μείνει στην κοινωνική συνείδηση ωσάν την πραότητα του ιερέα που αναπέμπει ευχές στο κελί του μελλοθάνατου.



ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ



Η περίπτωση της Χρυσής Αυγής είναι κατά τα φαινόμενα ιδιαίτερα σύνθετη.

Αυτό που τη συνδέει με τα δύο προηγούμενα τηλεοπτικά κόμματα είναι η απλόχερη προβολή της από τα καθεστωτικά ΜΜΕ.
Η ουδέτερη, όπως και η αρνητική προβολή, είναι σαφώς αποτελεσματικότερη από τη θετική.

Ατέλειωτες ώρες, το τηλεοπτικό κοινό, μπορούσε να απολαμβάνει τις φιέστες της Χ.Α., τις σημαίες, τις δάδες, τους συντεταγμένους παλληκαράδες που αψηφούν τον αστικό νόμο, τον παθιασμένο αρχηγό και υπαρχηγό, τις φιλανθρωπικές δράσεις, την αποφασιστικότητα για την εφαρμογή του «νόμου και της τάξης», την ελληνική παλληκαριά και την υψηλή αφοσίωση.

Η Χ.Α. δεν πρόλαβε να εξυπηρετήσει πολιτικά το καθεστωτικό σύστημα-οι κακές γλώσσες λένε ότι τα αμερικάνικα λόμπυ έβαλαν το χεράκι τους. Αξίζει να σημειωθεί όμως ότι το κεφάλαιο Χ.Α. δεν τέλειωσε.

Είναι φανερό ότι το σύστημα προετοίμαζε το φαινόμενο Χ,Α,. για την περίπτωση που θα συντελούνταν μια –έστω μίνι-εξέγερση ή επανάσταση, κάτι που πολλά think tanks προέβλεπαν για την Ελλάδα. Θα ήταν η μοναδική δύναμη που θα μπορούσε να υπερασπίσει αποτελεσματικά τα καπιταλιστικά συμφέροντα, να κινητοποιήσει τα σώματα ασφαλείας και τον στρατό, χωρίς καν να ενοχοποιηθούν τα αστικά κόμματα.

Θα μπορούσε επίσης, στη καλύτερη περίπτωση, αποβάλλοντας τον εξτρεμιστικό χαρακτήρα της, να συνεργασθεί με την δεξιά, για μια άνετη πλειοψηφία. Τα σχέδια αυτά είναι φανερά, τόσο από την προβολή που έτυχε η Χ.Α., όσο και από την ακροδεξιά στροφή της νεοφιλελεύθερης ΝΔ, που προετοίμαζε το έδαφος για μια τέτοια πιθανή συνεργασία.

Η Χ.Α. ως τηλεοπτικό κόμμα πέτυχε να συγκρατήσει στη δεξιά τα πιο εξαθλιωμένα στρώματα, που θα είχαν κάθε λόγο να ενταχθούν στην άκρα αριστερά. Επιπλέον, η τηλεοπτική ανανέωση της εξτρεμιστικής ακροδεξιάς έχει πετύχει κάτι επίσης σημαντικό: ο ακροδεξιός λόγος των στελεχών της ΝΔ, να φαντάζει ως συνήθης καθημερινός λόγος.

Ο κοινωνικός νους διαποτίστηκε από την ακροδεξιά ρητορική, δημιουργώντας τα σπέρματα για την ακροδεξιά στροφή. Το κεφάλαιο Χ.Α. δεν έκλεισε βέβαια με την τηλεοπτική καθαίρεση των στελεχών της. Αντίθετα, οι εργολάβοι της χώρας, είναι ως εάν να λένε: «χρειαζόμαστε πιο αξιόπιστα στελέχη για την ακροδεξιά, μέχρι τότε αναμένουμε».



ΕΛΙΑ



Η ΕΛΙΑ-Δημοκρατική Παράταξη είναι το τρίτο τηλεοπτικό κόμμα, που παρότι έτυχε ιδιαίτερης προβολής, αδυνατεί να διαδραματίσει έναν καθοριστικό ρόλο-να συγκεντρώσει τον κόσμο της παλιάς σοσιαλδημοκρατίας-λόγω, αφενός της απουσίας ενός «χαρισματικού» αρχηγού, αλλά και αφετέρου, λόγω των υποψιών που προκαλεί η άμεση καταγωγή της από το ΠΑΣΟΚ.

Διακηρύξεις σαν αυτή των «58», που στους καλούς καιρούς της σοσιαλδημοκρατίας θα προκαλούσαν έστω κάτι, αφήνουν παγερά αδιάφορους τους ιθαγενείς.

Πρόκειται για καμένο χαρτί εν τη γεννέση του, δεδομένου ότι τα ιδεολογικά εγκλήματα της σοσιαλδημοκρατίας-η προδοσία και η νεοφιλελεύθερη στροφή-, δεν μπορούν να σβηστούν από τη μνήμη, παρά την δύναμη της τηλεοπτικής εικόνας.

Η επιχείρηση νεκρανάστασης της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, δημιουργεί γοτθικό τρόμο, παρά οτιδήποτε άλλο. Γι αυτό και η μιντιοεξουσία παραιτήθηκε νωρίς από τα επενδύσει σε αυτό το εγχείρημα.



ΠΟΤΑΜΙ



Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με το ΠΟΤΑΜΙ, το οποίο διαθέτει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που μπορούν να το καταστήσουν τηλεοπτικό αστέρα, νικητή στο Big Brother της τηλεοπτικής δημοκρατίας και πρότυπο των μεταμοντέρνων κομμάτων.

Το μεγάλο χαρτί του «ποταμιού», το μεγάλο κεφάλαιο, είναι ο Σταύρος.

Γι αυτό στην ιστοσελίδα του κόμματος (http://topotami.gr/), το λινκ που παραπέμπει στα βιογραφικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά του αρχηγού, επάνω αριστερά, γράφει: «ο Σταύρος».

Ο Σταύρος δεν είναι σαν τον άνθρωπο της διπλανής πόρτας-όπως ο Καρατζαφέρης. Είναι ο άνθρωπος που βρίσκεται μέσα από τη πόρτα. Είναι άνθρωπος που κάθεται στο σαλόνι, στη κουζίνα ή και στη κρεβατοκάμαρα.

Είναι ο γκαρδιακός φίλος, ο αδελφός ή ο σύζυγος, που γίνεται αποδεκτός γι αυτό που είναι και όχι γι αυτό που λέει. Που εξομολογείται τα συναισθήματά του και στήνει αυτί στα βάσανα του άλλου. Που απορρίπτει τις ιδέες και τις αντικαθιστά με το Εγώ του, έτσι ώστε να εμφανίζεται κάπως και σαν τον Σωτήρα, που λέει το «Εγώ ειμί ο ων».

Ο Σταύρος είναι ο ίδιος μια ιδεολογία. Ένα είδος μετα-ιδεολογίας της μεταμοντέρνας εποχής. Γι αυτό και το «ΠΟΤΑΜΙ» δεν μιλάει για αρχηγό, αλλά για το Σταύρο.

Ναι! Ο Σταύρος είναι ένα είδος Σωτήρα, που σώζει, αν πιστέψεις σε αυτόν.
Δεν πουλάει ιδέες, αλλά τον εαυτό του. Είναι το καλό, πράο και μειλίχιο παιδί, χωρίς την αποπνικτική μυρουδιά των δικηγορικών γραφείων που αποπνέει ένας Κουβέλης.

Είναι σαν τον Γρηγόρη-τον Αρναούτογλου φυσικά-που δεν είχε όμως την δέουσα εθνική ευαισθησία, ώστε να μεταβεί από τον στίβο των καναλιών, σε εκείνο της πολιτικής και που θα μπορούσε να έχει την ίδια επιτυχία.

Στην ιδρυτική διακήρυξη του κόμματος, ένα μεταμοντέρνο κείμενο που θα μπορούσε να διαβαστεί εξίσου καλά από το τέλος ή τη μέση-αφού δεν ενδιαφέρουν οι ιδέες αλλά η ατμόσφαιρα-ο Σταύρος διατυπώνει τον πυρήνα της ιδεολογίας του, που είναι η αίσθηση της λογικής και του δικαίου:
«Γι’ αυτό λοιπόν αποφασίσαμε να κάνουμε «ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ». Ποιοι το αποφασίσαμε; Άνθρωποι με τα ίδια ερωτήματα. Επαγγελματίες της ζωής – νέοι στην πολιτική…(…)…. Μια ομάδα που έχει μυαλό και δύναμη – τη δύναμη της λογικής και του δίκιου.»
Φυσικά, ουδείς λόγος για το γεγονός ότι υπάρχουν πολλά είδη λογικής και δικαίου, ανάλογα με τα συμφέροντα που εκπροσωπεί κάποιος.

Όμως ο Σταύρος έχει και εχθρούς όπως λέει ο ίδιος :
«Στην Ευρώπη όπως και στην Ελλάδα, εχθροί μας είναι οι λαϊκιστές, οι εθνικιστές, οι ευρωσκεπτικιστές».

Γι αυτό και ο Σταύρος είναι τόσο αγαπητός στα καθεστωτικά μέσα.
Γιατί-όντας νεοφιλελεύθερος-, προτίθεται να υπηρετήσει τον νεοφιλελεύθερο μετασχηματισμό της χώρας, να αντισταθεί στις λαϊκές απαιτήσεις, να υπηρετήσει τη θρησκεία του ευρώ.
Και γι αυτό ακριβώς, το «ποτάμι» είναι το κόμμα που θα σώσει την ακροδεξιά ΝΔ μετά από την εξαφάνιση των προηγούμενων τηλεοπτικών κομμάτων.

Φυσικά και το «ποτάμι», θα το πάρει το ποτάμι, αφού πρώτα εξυπηρετήσει το σύστημα κυριαρχίας. Και τότε πια, θα πρέπει να φτιαχτεί ένα νέο κόμμα, ας πούμε πως θα είναι η «Θάλασσα».

Αλλά αυτή είναι η μοίρα των τηλεοπτικών προϊόντων, να εξαφανίζονται μόλις εξαντλήσουν τα περιθώρια της κερδοφορίας και εξαντληθεί η χρηστικότητά τους.

Σουλτάνης Γρ.